Όταν ο πατέρας του άρχισε να του φέρεται σαν να ήταν απλώς ένας επισκέπτης στο ίδιο του το σπίτι

Γύρισα στο πατρικό μου με δύο βαλίτσες, ένα γραφείο που είχε μείνει μισό στο παλιό σπίτι και ένα κουτί με κούπες που δεν ήθελα καν. Τις είχε διαλέξει η Ειρήνη όταν μέναμε μαζί. Χωρίσαμε ήσυχα, τόσο ήσυχα που ήταν σχεδόν χειρότερο. Δεν υπήρξε απιστία, δεν πετάχτηκαν πράγματα από το μπαλκόνι. Απλώς ένα βράδυ μου είπε ότι εδώ και καιρό ζούσαμε σαν άνθρωποι που μοιράζονται λογαριασμούς και όχι ζωή.

Εγώ είχα μείνει άνεργος λίγους μήνες πριν. Δούλευα σε μια μικρή εταιρεία με είδη φωτισμού στον Ρέντη, στο τμήμα παραγγελιών. Έκλεισε από τη μια εβδομάδα στην άλλη. Στα 39 μου, με νοίκι στην Αθήνα και χωρίς ιδιαίτερη άκρη, το «έλα για λίγο σπίτι» του πατέρα μου ήταν η μόνη λύση που είχα.

Η μητέρα μου είχε πεθάνει πριν από έξι χρόνια. Ο πατέρας μου, ο Στέλιος, έμενε μόνος στην Καλλιθέα. Το σπίτι ήταν δικό του, παλιό διαμέρισμα τρίτου ορόφου, με στενό μπαλκόνι και την πολυκατοικία απέναντι τόσο κοντά που έβλεπες τι μαγειρεύει ο άλλος αν είχε ανοιχτή την κουζίνα.

Την πρώτη εβδομάδα ένιωσα σχεδόν ανακούφιση. Μαγείρευα εγώ, γιατί εκείνος δεν το είχε ποτέ. Έπαιρνα ψωμί το πρωί, κατέβαινα στο σούπερ μάρκετ, πηγαίναμε καμιά φορά μαζί μέχρι το ΚΠΙΣΝ να περπατήσουμε. Μου έλεγε για έναν πόνο στη μέση, για τον Λευτέρη από το καφενείο που πάλι τσακώθηκε για ποδόσφαιρο, για το πόσο ακριβά έγιναν όλα.

Σκέφτηκα ότι θα αντέξω δυο-τρεις μήνες. Θα βρω κάτι, θα φύγω.

Αλλά οι μήνες έγιναν επτά.

Έβρισκα δουλειές του ποδαριού. Δυο μεροκάματα σε αποθήκη, κάτι παραδόσεις με το μηχανάκι ενός φίλου, μια θέση σε τηλεφωνικό κέντρο που κράτησε έντεκα μέρες. Ο πατέρας μου δεν μου έλεγε ευθέως τίποτα στην αρχή. Μόνο όταν έβλεπε αγγελίες στην τηλεόραση ή σε κανένα site, μου τις έστελνε στο κινητό χωρίς μήνυμα. Ένα λινκ. Άλλο ένα λινκ. Μερικές φορές αγγελίες για φύλακας νυχτερινός ή για οδηγός φορτηγού, ενώ δεν έχω ούτε δίπλωμα για φορτηγό.

Δεν θύμωνα. Ήξερα ότι με τον τρόπο του αγχωνόταν. Εγώ, όμως, άρχισα να νιώθω σαν να έπρεπε να δικαιολογώ και το ότι έπινα καφέ στην κουζίνα.

Μετά γνώρισε τη Βάσω.

Τη γνώρισε, λέει, από μια παρέα στο ΚΑΠΗ. Είναι 62, χήρα κι εκείνη, περιποιημένη γυναίκα, με έντονο άρωμα και πάντα κάποιο σχόλιο για το τι θα μπορούσε να γίνει καλύτερα στο σπίτι. Δεν έχω θέμα που ο πατέρας μου βρήκε άνθρωπο. Ίσα ίσα. Τον είχα δει να μικραίνει μετά τον θάνατο της μάνας μου. Απλώς, από τη στιγμή που άρχισε να έρχεται η Βάσω, άλλαξε ο τρόπος που μου μιλούσε.

Μια Κυριακή γύρισα από τον αδερφό μου στον Κορυδαλλό και βρήκα το δωμάτιό μου αλλιώς. Το γραφείο μου ήταν κολλημένο στον τοίχο, τα πράγματά μου σε σακούλες, και η πολυθρόνα της μάνας μου είχε μπει εκεί μέσα.

Ο πατέρας μου καθόταν στον καναπέ και έβλεπε ειδήσεις.

«Τι έγινε εδώ;» τον ρώτησα.

«Τίποτα έγινε. Τακτοποιήσαμε λίγο. Έτσι όπως το είχες, δεν περνούσες.»

Δεν ήταν ότι δεν περνούσα. Απλώς η Βάσω ήθελε χώρο για τη ραπτομηχανή της, γιατί σκόπευε, όπως έμαθα μετά, να έρχεται κάποιες μέρες να ράβει εκεί.

Του είπα ότι δεν γίνεται να μετακινεί τα πράγματά μου χωρίς να με ρωτήσει.

Με κοίταξε λες και είχα πει κάτι γελοίο.

«Μάνο, σπίτι μου είναι. Μην αρχίσεις τώρα τις ευαισθησίες.»

Αυτό το “σπίτι μου είναι” μου έμεινε. Φυσικά και ήταν σπίτι του. Δεν το αμφισβήτησα. Αλλά μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευα ότι, έστω προσωρινά, υπήρχε και μια γωνιά που ήταν δική μου. Όχι από χαρτιά. Από σχέση.

Τις επόμενες εβδομάδες απέφευγα τη Βάσω όσο μπορούσα. Εκείνη ήταν ευγενική, αλλά μ’ εκείνη την ευγένεια που σε βάζει στη θέση σου.

«Να βρεις κάτι δικό σου, αγόρι μου», μου είπε μια μέρα καθώς έκοβε σαλάτα. «Γιατί ένας άντρας στην ηλικία σου θέλει τον χώρο του. Και ο Στέλιος χρειάζεται να ξαναφτιάξει τη ζωή του.»

Δεν ήταν παράλογο αυτό που είπε. Αυτό ήταν το χειρότερο. Δεν μπορούσα να την πω κακιά, ούτε τον πατέρα μου άδικο. Κι όμως κάθε φορά που άνοιγα την πόρτα και άκουγα τις φωνές τους από μέσα, ένιωθα σαν να μπήκα κατά λάθος σε ξένο σπίτι.

Ο αδερφός μου, ο Πέτρος, μου είπε στο τηλέφωνο να μην το παίρνω προσωπικά.

«Ο μπαμπάς δεν ξέρει να το χειριστεί. Και εσύ είσαι νευρικός τελευταία.»

Ίσως ήμουν. Μια φορά μάλιστα έκανα σκηνή για το πιο ηλίθιο πράγμα. Είχα αφήσει λίγο φαγητό σε ένα τάπερ και γύρισα αργά, μετά από συνέντευξη για θέση σε εταιρεία courier. Το είχε πετάξει επειδή, λέει, ήταν τρεις μέρες στο ψυγείο. Άρχισα να φωνάζω ότι δεν σέβεται τίποτα δικό μου. Ο άνθρωπος κοκάλωσε με το πιρούνι στο χέρι.

Μετά ντράπηκα. Δεν ήταν για το τάπερ. Ήταν για όλα όσα δεν είχα πει.

Η συνέντευξη εκείνη δεν προχώρησε. Την επόμενη μέρα ο πατέρας μου άφησε πάνω στο τραπέζι ένα χαρτί. Είχε κυκλώσει με στυλό μια αγγελία για δωμάτιο σε συγκατοίκηση στον Άγιο Ελευθέριο. Τριακόσια πενήντα ευρώ, συν λογαριασμοί.

Δεν μου είπε «φύγε». Μου είπε: «Κοίτα το, μήπως σε βολεύει. Κοντά είναι και σε μετρό.»

Έκανα πως δεν κατάλαβα. Το χαρτί έμεινε εκεί μέχρι το βράδυ, δίπλα στην αλατιέρα.

Τελικά τηλεφώνησα. Το δωμάτιο ήταν μικρό, με ένα κρεβάτι, μια ντουλάπα που δεν έκλεινε καλά και έναν συγκάτοικο, τον Αντρέα, που δούλευε σε συνεργείο και είχε έναν σκύλο. Δεν ήταν αυτό που ήθελα. Αλλά είχε μια πόρτα που, αν την έκλεινα, κανείς δεν θα έμπαινε για να μετακινήσει τα πράγματά μου.

Βρήκα εν τω μεταξύ δουλειά σε κατάστημα με ηλεκτρολογικό υλικό στο Αιγάλεω. Όχι κάτι σπουδαίο, αλλά κανονική σύμβαση, ένσημα, ωράριο. Τον πρώτο μισθό τον κράτησα σχεδόν ολόκληρο για την εγγύηση.

Όταν είπα στον πατέρα μου ότι θα φύγω, περίμενα να ανακουφιστεί. Αντί γι’ αυτό, άφησε το ποτήρι του στον νεροχύτη και είπε μόνο:

«Καλά θα κάνεις. Να σταθείς λίγο στα πόδια σου.»

Ήθελα να του πω ότι δεν έπεσα επειδή ήμουν τεμπέλης. Ότι το να γυρίσω σπίτι δεν ήταν ντροπή. Ότι με έκανε να νιώσω περιττός. Δεν είπα τίποτα. Έβαλα τα ρούχα μου σε σακούλες, γιατί είχα ήδη δώσει τις βαλίτσες μου στην Ειρήνη για κάτι δικά της.

Την ημέρα που έφυγα, η Βάσω δεν ήταν εκεί. Ο πατέρας μου με κατέβασε με το αυτοκίνητο μέχρι τον Άγιο Ελευθέριο. Κουβαλήσαμε μαζί το μικρό ψυγείο που είχα αγοράσει μεταχειρισμένο. Στον δρόμο δεν μιλήσαμε πολύ. Μόνο μου είπε να τον παίρνω τηλέφωνο και να μην εξαφανιστώ.

Τον παίρνω. Όχι κάθε μέρα. Μερικές φορές το αφήνω να χτυπήσει λίγο πριν απαντήσω, κι αυτό με κάνει να νιώθω μικρός και κακός. Εκείνος έρχεται καμιά Κυριακή για καφέ, κοιτάζει αν έχω φάει, αφήνει χρήματα κάτω από ένα πιατάκι ενώ του λέω να μην το κάνει.

Το δωμάτιο ακόμα δεν το νιώθω σπίτι. Ο Αντρέας αφήνει τρίχες σκύλου παντού και ο πάνω όροφος κάνει φασαρία μέχρι αργά. Αλλά όταν γυρνάω κουρασμένος και βάζω το κλειδί στην πόρτα, δεν χρειάζεται να αποδείξω σε κανέναν γιατί βρίσκομαι εκεί. Για την ώρα, αυτό μου φτάνει.