«Αν φύγεις, θα με αφήσεις τελείως μόνο»: Η κουβέντα με τον άντρα μου που με έκανε να αναρωτηθώ τι αντέχει τελικά η αγάπη

«Πάλι θα το κάνεις θέμα; Μία κουβέντα είπα», μου είπε ο άντρας μου στην κουζίνα, ενώ η κόρη μας ήταν στο διπλανό δωμάτιο και διάβαζε για το σχολείο.

Εγώ είχα μόλις γυρίσει από τη δουλειά σε ένα φαρμακείο στον Πειραιά. Είχα περάσει και από τη μητέρα μου στο Κερατσίνι, γιατί μετά την επέμβαση στο γόνατο χρειάζεται ψώνια και βοήθεια. Μπήκα σπίτι κουρασμένη και είδα ότι είχε καλέσει τον αδελφό του για φαγητό, χωρίς να μου πει τίποτα.

«Δεν είναι το φαγητό το θέμα», του είπα. «Είναι ότι αποφασίζεις για όλα λες και εγώ απλώς μένω εδώ».

Γέλασε λίγο ειρωνικά. «Εσύ δεν είσαι που λες συνέχεια ότι δεν προλαβαίνεις; Σου έκανα και χάρη».

Αυτό γινόταν χρόνια, αλλά εγώ το έλεγα “νεύρα”, “πίεση”, “δύσκολη φάση”. Αν μου άρεσε κάτι, ήταν άχρηστο έξοδο. Αν ήθελα να δω την αδελφή μου, μου έλεγε ότι παρατάω το σπίτι. Αν διαφωνούσα μπροστά σε άλλους, μετά στο σπίτι με τιμωρούσε με σιωπή δυο και τρεις μέρες.

Και το χειρότερο ήταν ότι μετά από κάθε καβγά με έπειθε ότι υπερέβαλα. «Δεν σου μίλησα άσχημα». «Αυτά τα φαντάζεσαι». «Όλοι θα σου πουν ότι έχω δίκιο». Κάποια στιγμή άρχισα να μη θυμάμαι καν αν είχε ειπωθεί κάτι όπως το θυμόμουν.

Δεν θέλω να παρουσιαστώ σαν να μην έκανα κι εγώ λάθη. Δεν του είχα πει ότι πριν από έξι μήνες είχα βάλει στην άκρη λίγα χρήματα σε δικό μου λογαριασμό. Όχι πολλά, από υπερωρίες και κάτι δώρα Χριστουγέννων. Το έκρυψα γιατί φοβόμουν ότι θα μου έλεγε πως δεν τον εμπιστεύομαι. Και πράγματι, όταν το βρήκε τυχαία από ένα χαρτί της τράπεζας, έγινε χαμός.

«Άρα σχεδίαζες να με αφήσεις», μου είπε.

«Σχεδίαζα να μπορώ να ανασάνω», του απάντησα, και μόλις το είπα κατάλαβα πόσο καιρό το κρατούσα μέσα μου.

Εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκα στον καναπέ. Το πρωί η κόρη μου με ρώτησε χαμηλόφωνα: «Μαμά, θα χωρίσετε;» Και εγώ, που νόμιζα ότι την προστάτευα επειδή δεν φωνάζαμε πάντα, κατάλαβα ότι είχε δει περισσότερα απ’ όσα παραδεχόμουν.

Την επόμενη μέρα πήγα στη μητέρα μου. Δεν της είπα όλα. Της είπα μόνο ότι έχουμε προβλήματα. Μου απάντησε το αναμενόμενο: «Να το σκεφτείς καλά, παιδί μου. Δεν πετιέται ένας γάμος έτσι». Η αδελφή μου, αντίθετα, είπε: «Και εσύ πόσα χρόνια θα πετιέσαι από τη μία διάθεση στην άλλη;»

Εγώ ήμουν στη μέση. Δεν ήθελα να διαλύσω το σπίτι μας. Ούτε να κάνω την κόρη μου να πηγαινοέρχεται με τσάντες. Ο άντρας μου δεν με είχε χτυπήσει ποτέ, δεν έπινε, δούλευε, πλήρωνε πράγματα στο σπίτι. Υπήρχαν και μέρες που ήταν τρυφερός, που έφερνε τυρόπιτες το πρωί ή με ρωτούσε αν κουράστηκα. Αυτές οι μέρες με έκαναν να σκέφτομαι ότι ίσως έφταιγα κι εγώ που χαλούσε μετά η κατάσταση.

Αλλά μετά θυμόμουν πόσο μικρή ένοιωθα κάθε φορά που μου έλεγε ότι χωρίς εκείνον δεν θα τα κατάφερνα. Και φοβόμουν ότι μπορεί να είχε δίκιο. Το ενοίκιο, οι λογαριασμοί, η κόρη, η μητέρα μου… όλα έμοιαζαν βουνό.

Όταν του είπα ότι θέλω να μιλήσουμε με σύμβουλο ζεύγους, αρχικά μου είπε ότι είμαι τρελή. Το ίδιο βράδυ όμως με πήρε τηλέφωνο στη δουλειά και είπε: «Θα έρθω, αν σταματήσεις να με βγάζεις τέρας». Δεν ξέρω αν το είπε επειδή φοβήθηκε ότι θα φύγω ή επειδή κατάλαβε κάτι.

Έχουμε κλείσει ένα πρώτο ραντεβού σε δημοτικό κέντρο συμβουλευτικής. Δεν ξέρω αν θα αλλάξει κάτι. Ξέρω μόνο ότι δεν θέλω άλλο να ζητάω συγγνώμη επειδή έχω ανάγκες, αλλά ούτε θέλω να φύγω βιαστικά και να μείνω απο μόνη μου με τύψεις και φόβο.

Μήπως άργησα ήδη να βάλω όρια; Σε ποιο σημείο η αγάπη σταματά να δικαιολογεί το να αντέχεις συναισθηματική φθορά;