«Αν φύγεις, θα με αφήσεις μόνο με όλα;» μου είπε ο άντρας μου, κι εκεί κατάλαβα πόσο μόνη ένιωθα ήδη

«Δηλαδή το είχες κανονίσει πίσω από την πλάτη μου;» μου είπε ο άντρας μου, κρατώντας το χαρτί από το μεσιτικό που είχα αφήσει καταλάθος πάνω στο τραπέζι.

Δεν του απάντησα αμέσως. Η κόρη μας ήταν στο δωμάτιό της και διάβαζε για διαγώνισμα, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Εγώ είχα γυρίσει πριν λίγο από το σούπερ μάρκετ στο Περιστέρι, οχτώ ώρες όρθια, και εκείνος είχε έρθει από το σπίτι του πατέρα του στο Αιγάλεω.

«Δεν το κανόνισα», του είπα. «Ρώτησα μόνο. Ένα δυάρι είναι, κοντά στη δουλειά μου. Μου είπαν για προκαταβολή, τίποτα άλλο».

«Και γιατί να ρωτήσεις;»

Τον κοίταξα και μου βγήκε απότομα. «Γιατί εδώ και μήνες νιώθω ότι ζω μόνη μου μέσα στο ίδιο μου το σπίτι».

Ο πεθερός μου έπαθε ένα ελαφρύ εγκεφαλικό πριν από ενάμιση χρόνο. Δεν είναι κατάκοιτος, ευτυχώς, αλλά θέλει άνθρωπο: φάρμακα, εξετάσεις στο Κέντρο Υγείας, ψώνια, να μην ξεχνάει το μάτι ανοιχτό. Ο άντρας μου είναι ο μόνος γιος που μένει κοντά και πήρε σχεδόν όλα πάνω του. Η κουνιάδα μου έρχεται από την Κόρινθο μία φορά τον μήνα και λέει ότι «θα βοηθήσει όπου χρειαστεί», αλλά στην πράξη παίρνει τηλέφωνο να ρωτήσει αν είναι καλά.

Στην αρχή δεν είχα αντίρρηση. Εγώ τον έσπρωξα να πηγαίνει καθημερινά. «Ο πατέρας σου είναι, δεν γίνεται αλλιώς», του έλεγα. Μόνο που σιγά σιγά το «να βοηθήσουμε λίγο» έγινε η κανονική μας ζωή.

Εκείνος φεύγει πρωί για τη δουλειά του σε συνεργείο αυτοκινήτων, μετά πάει στον πατέρα του, και γυρίζει εννιάμιση ή δέκα. Εγώ δουλεύω, μαγειρεύω, τρέχω την κόρη μας στα αγγλικά, πληρώνω λογαριασμούς, παίρνω τηλέφωνο για γιατρούς όταν εκείνος δεν προλαβαίνει. Και όταν γυρνάει, είναι τόσο κουρασμένος που ούτε να μιλήσει δεν θέλει.

«Δεν σου ζητάω να μου κάνεις παρέα κάθε βράδυ», του είπα. «Σου ζητάω να με ρωτήσεις μια φορά πώς είμαι. Να κάτσεις δέκα λεπτά χωρίς να κοιτάς το κινητό ή να λες τι έκανε ο πατέρας σου».

«Και τι θες να κάνω; Να τον παρατήσω;» απάντησε.

Εκεί ήταν που άρχισα να κλαίω, από νεύρα πιο πολύ. «Πάντα αυτό λες. Λες και σου ζητάω να τον παρατήσεις. Εγώ πότε μπήκα στην κουβέντα; Η κόρη μας πότε μπήκε;»

Δεν είναι ότι εκείνος δεν κάνει τίποτα. Πληρώνει το δάνειο του αυτοκινήτου, βάζει βενζίνη, κουβαλάει τον πατέρα του όπου χρειάζεται. Έχει αδυνατίσει, κοιμάται στον καναπέ αρκετές νύχτες γιατί τον παίρνει ο ύπνος. Το βλέπω. Αλλά κι εγώ δεν μπορώ άλλο να είμαι η γυναίκα που “καταλαβαίνει”.

Το χειρότερο είναι πως δεν του το είπα σωστά όταν έπρεπε. Αντί να του πω καθαρά ότι πνίγομαι, έκανα υπερωρίες για να μη τον βλέπω. Άρχισα να τρώω στη δουλειά, να γυρίζω αργά δήθεν επειδή είχε κίνηση. Τα παράπονα τα έλεγα στην αδελφή μου και όχι σε εκείνον. Και κράτησα στην άκρη λίγα χρήματα από το επίδομα που πήρα πέρσι, χωρίς να του το πω, γιατί ήθελα να έχω μια προυπόθεση να φύγω αν χρειαστεί.

Όταν το παραδέχτηκα, με κοίταξε σαν να μην με ήξερε.

«Άρα εσύ είχες σχέδιο», είπε χαμηλά. «Κι εγώ νόμιζα ότι απλώς είσαι κουρασμένη».

«Ήμουν κουρασμένη. Τώρα είμαι σε εξάντλιση», του είπα.

Τότε άνοιξε η πόρτα της κόρης μας. Είχε ακούσει σχεδόν τα πάντα.

«Θα χωρίσετε;» ρώτησε.

Δεν θα ξεχάσω το πρόσωπό του εκείνη τη στιγμή. Κάθισε στην καρέκλα και είπε: «Όχι, κορίτσι μου. Απλώς η μαμά κι εγώ δεν τα λέμε καλά τελευταία».

Εκείνη γύρισε σε μένα. «Μαμά, ο μπαμπάς δεν έρχεται ούτε στις πρόβες μου. Την προηγούμενη φορά είπες ότι δεν πειράζει, γιατί ο παππούς είχε ραντεβού. Αλλά εμένα με πειράζει».

Δεν είχα τι να πω. Γιατί είχα κάνει κι εγώ το ίδιο: είχα αποφασίσει μόνη μου ότι οι ανάγκες της θα περιμένουν, για να μη δημιουργήσουμε θέμα.

Την επόμενη μέρα μιλήσαμε πιο ήρεμα. Του είπα ότι δεν θέλω να φύγω αύριο, αλλά δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι. Εκείνος είπε πως ντρέπεται να ζητήσει από την αδελφή του να αναλάβει περισσότερα και πως φοβάται ότι, αν δεν είναι συνέχεια δίπλα στον πατέρα του, θα συμβεί κάτι. Συμφωνήσαμε να βρούμε μια κυρία για λίγες ώρες την εβδομάδα, έστω για τα ψώνια και το φαγητό. Θα δούμε και τι δικαιούται από τον δήμο, γιατί μόνοι μας δεν βγαίνουμε ούτε οικονομικά ούτε συναισθηματικα.

Δεν ξέρω αν αυτό αρκεί. Το χαρτί από το μεσιτικό είναι ακόμα στο συρτάρι μου. Δεν το πέταξα, αλλά ούτε έδωσα προκαταβολή.

Νιώθω άσχημα που σκέφτηκα να φύγω κρυφά, αλλά νιώθω και ανακούφιση που επιτέλους κατάλαβε πως δεν αντέχω άλλο να είμαι αόρατη. Εσείς τι πιστεύετε; Πότε η υπομονή σε μια οικογένεια σταματά να είναι στήριξη και γίνεται καταστροφή για τον ίδιο σου τον εαυτό;