«Τσακωνόμασταν όταν άρχισαν οι πόνοι»: Ο Πέτρος και η Λουκία βρέθηκαν γονείς τη στιγμή που η σχέση τους διαλυόταν

Δεν μπορώ να ξεχάσω ότι εκείνο το πρωινό τσακωνόμασταν για ένα ράφι.

Όχι για κάτι σοβαρό, δηλαδή. Για ένα ράφι που είχα πει ότι θα έβαζα στο παιδικό δωμάτιο για να μπουν πάνες, κρέμες, τα μικρά του πράγματα. Η Λουκία ήταν στον όγδοο μήνα και κάτι, πρησμένη, κουρασμένη, με μια σακούλα από το φαρμακείο ακουμπισμένη στο πάτωμα. Εγώ είχα γυρίσει αργά από τη δουλειά το προηγούμενο βράδυ και είχα αφήσει πάλι το δράπανο στο χολ.

Μου είπε ήρεμα στην αρχή: «Πέτρο, πότε θα το κάνεις αυτό;»

Και εγώ, αντί να πω “σήμερα”, της πέταξα ότι δεν είναι το ράφι το πρόβλημα. Εκείνη με κοίταξε και είπε πως πράγματι δεν ήταν. Ότι το πρόβλημα ήταν πως έλεγα συνέχεια “θα το κάνω” και μετά χανόμουν στη δουλειά, στους φίλους, στο κινητό, οπουδήποτε αλλού.

Δεν ήταν ψέμα. Αλλά με πείραξε τόσο, λες και με είπε άχρηστο.

Τους τελευταίους μήνες πριν γεννηθεί ο Αδάμ, είχαμε γίνει πολύ κακοί στο να μιλάμε. Η Λουκία ήθελε να τα οργανώσει όλα. Λίστες για το μαιευτήριο, πλυσίματα, εξετάσεις, τι θα πάρουμε από το σούπερ μάρκετ. Εγώ, όσο εκείνη ανέβαινε η ένταση, τόσο εγώ κλεινόμουν. Δούλευα σε συνεργείο αυτοκινήτων στον Κολωνό, όχι με μεγάλο μισθό, και είχα στο κεφάλι μου λογαριασμούς, ενοίκιο, δόσεις για το παλιό αμάξι. Δεν το έλεγα όμως έτσι. Έλεγα απλώς «άσε με τώρα».

Εκείνο το πρωί είπα κάτι χειρότερο. Της είπα ότι δεν γίνεται να με ελέγχει για τα πάντα και ότι ίσως τελικά δεν την ευχαριστεί τίποτα.

Η Λουκία άσπρισε. Νόμιζα από τα νεύρα. Μετά έπιασε τον πάγκο της κουζίνας και είπε χαμηλά: «Πέτρο, δεν νομίζω ότι είναι τα νεύρα μου. Πονάω.»

Μέσα σε μισή ώρα είχαμε βρεθεί στο αυτοκίνητο με την τσάντα του μαιευτηρίου μισοκλεισμένη, εγώ να οδηγώ σαν χαμένος και εκείνη να μη μου μιλάει. Θυμάμαι σε ένα φανάρι να τη ρωτάω αν θέλει νερό και να μου λέει: «Οδήγα μόνο.»

Ο Αδάμ γεννήθηκε το ίδιο βράδυ. Όταν τον έβαλαν πάνω της, έκλαιγε εκείνη, έκλαιγα κι εγώ, έκλαιγε και το μωρό. Για λίγα λεπτά νόμιζα ότι όσα είχαμε πει πριν δεν υπήρχαν πια. Ότι ξεκινούσε κάτι καθαρό.

Δεν ξεκίνησε έτσι.

Τις πρώτες εβδομάδες στο σπίτι ήμασταν σαν δύο άνθρωποι που έκαναν βάρδιες σε κάτι πολύ εύθραυστο. Ο Αδάμ δεν κοιμόταν σχεδόν καθόλου τα βράδια. Η Λουκία προσπαθούσε να θηλάσει και έκλαιγε από την κούραση, αλλά δεν ήθελε να παίρνω το παιδί, γιατί πίστευε ότι δεν ήξερα να το κρατάω. Και, για να είμαι δίκαιος, στην αρχή το φοβόμουν. Τόσο μικρό, τόσο ζεστό, με εκείνα τα χεράκια που κουνιούνταν στον αέρα.

Μια νύχτα, αφού είχε κλάψει ώρα, της είπα απότομα: «Δώσ’ τον μου, δεν γίνεται να είσαι μόνη σου όλη νύχτα.»

Μου απάντησε: «Δεν είμαι μόνη επειδή δεν τον κρατάς. Είμαι μόνη επειδή είσαι εδώ και δεν ξέρω τι σκέφτεσαι.»

Αυτό με διέλυσε, αλλά δεν το έδειξα. Πήγα στο σαλόνι και κάθισα στον καναπέ με το κινητό. Δεν μιλούσα σε κανέναν. Απλώς κοιτούσα την οθόνη να ανάβει και να σβήνει.

Η μητέρα της Λουκίας ερχόταν συχνά να βοηθήσει. Μαγείρευε, έπλενε πιάτα, κρατούσε τον μικρό για να κάνουμε ένα μπάνιο. Δεν ήταν κακή μαζί μου, αλλά κάθε φορά που έλεγε «άστο, Πέτρο, το κάνω εγώ», εγώ άκουγα κάτι άλλο. Άκουγα ότι δεν είμαι αρκετός.

Μια μέρα ο πατέρας μου με βρήκε έξω από το συνεργείο. Δεν είναι άνθρωπος των πολλών λόγων. Μου έφερε έναν καφέ και μου είπε πως η Λουκία είχε μιλήσει στη μητέρα μου, ότι ήταν πολύ πεσμένη και ότι κι εγώ δεν ήμουν καλά.

Του είπα ότι δεν χρειαζόμαστε κόσμο να ανακατεύεται.

Μου είπε: «Άλλο να ανακατεύονται κι άλλο να σας κρατάει κάποιος όρθιους. Μην τα μπερδεύεις όλα επειδή ντρέπεσαι.»

Εκνευρίστηκα τότε. Μετά, στο δρόμο για το σπίτι, σκεφτόμουν ότι ίσως είχε δίκιο.

Η ιδέα για ζευγαροθεραπεία ήταν της Λουκίας. Όταν το είπε, στην αρχή το πήρα σαν τελεσίγραφο. Σαν να μου έλεγε ότι αποτύχαμε. Τελικά πήγα κυρίως γιατί δεν άντεχα άλλο να γυρνάω σπίτι και να με πιάνει κόμπος πριν ανοίξω την πόρτα.

Στην πρώτη συνεδρία σχεδόν δεν μίλησα. Η Λουκία μιλούσε γρήγορα, μετά σταματούσε απότομα και έλεγε «δεν ξέρω». Εγώ κοιτούσα ένα κουτί με χαρτομάντιλα πάνω στο τραπεζάκι. Κάποια στιγμή η θεραπεύτρια με ρώτησε τι φοβάμαι πιο πολύ.

Είπα ότι φοβάμαι να μεγαλώσει ο γιος μου και να καταλάβει ότι ο πατέρας του δεν ήξερε τι έκανε.

Δεν το είχα πει ποτέ έτσι. Ούτε στον εαυτό μου.

Η Λουκία έκλαψε, αλλά δεν ήρθε να με αγκαλιάσει. Και καλά έκανε. Δεν λύνονται τέτοια πράγματα με μία αγκαλιά, όσο κι αν θα με βόλευε.

Πηγαίνουμε ακόμα, όχι κάθε εβδομάδα πια. Υπάρχουν μέρες που τα καταφέρνουμε. Την περασμένη Κυριακή κάναμε βόλτα με το καρότσι στο Πεδίον του Άρεως και γελάσαμε επειδή ο Αδάμ κοιμόταν σαν πέτρα παρότι περνούσαν μηχανάκια και φωνές γύρω μας.

Υπάρχουν και μέρες που ξαναγυρνάμε στα παλιά. Η Λουκία μου λέει ότι εξαφανίζομαι μέσα στη σιωπή μου. Εγώ της λέω ότι αποφασίζει για όλα πριν με ρωτήσει. Μόνο που τώρα, συνήθως, μετά από λίγο καθόμαστε στο τραπέζι αντί να φεύγει ο ένας σε άλλο δωμάτιο.

Το ράφι μπήκε τελικά, δύο μήνες μετά. Είναι λίγο στραβό, το ξέρω. Η Λουκία δεν είπε τίποτα όταν το είδε. Ακούμπησε πάνω του ένα πακέτο πάνες και μετά μου ζήτησε να κρατήσω τον Αδάμ για να κάνει έναν καφέ.

Τον πήρα αγκαλιά. Εκείνος με κοίταξε για λίγο και μετά άρχισε να τραβάει το κορδόνι από τη φούτερ μου. Η Λουκία ήταν στην κουζίνα και δεν μιλούσαμε. Δεν ήταν άβολη η σιωπή εκείνη τη φορά. Απλώς ήμασταν κουρασμένοι.