«Αν δεν μπορούμε να έρθουμε στο σπίτι σου, τι σόι οικογένεια είμαστε;» μου είπε η μητέρα μου — και δεν ήξερα τι να απαντήσω
«Δηλαδή θα περιμένω απ’ έξω από την πολυκατοικία σου μέχρι να τελειώσεις τη δουλειά; Αυτό μου λες;» μου είπε η μητέρα μου στο τηλέφωνο, με εκείνη τη φωνή που δεν φώναζε, αλλά σε έκανε να νιώθεις ότι έχεις κάνει κάτι πολύ κακό.
Της είχα μόλις ζητήσει πίσω το δεύτερο κλειδί του διαμερίσματός μου.
Μένω μόνη μου σε ένα δυάρι στα Πατήσια, νοίκι με το ζόρι, λογαριασμοί, σούπερ μάρκετ και όλα όσα ξέρουμε. Το σπίτι δεν είναι κάτι ιδιαίτερο. Είναι παλιό, στον τρίτο χωρίς ασανσέρ που να χωράει κανονικά άνθρωπο με ψώνια, αλλά είναι το πρώτο μέρος που ένιωσα πραγματικά δικό μου μετά τον χωρισμό μου.
Όταν μετακόμισα, έδωσα ένα κλειδί στη μητέρα μου. «Για ώρα ανάγκης», είπα. Τότε μου φάνηκε λογικό. Είχα ακόμα πολλές κούτες, δούλευα σε φαρμακείο με περίεργα ωράρια και εκείνη επέμενε ότι μπορεί να χρειαστώ κάτι. Ο πατέρας μου είχε κάνει τότε μια επέμβαση στο ισχίο και δεν ήθελα να της προσθέσω άλλο βάρος. Μου έφερνε τάπερ, μου άφηνε καθαρές πετσέτες, με βοηθούσε. Δεν μπορώ να πω ότι δεν στάθηκε δίπλα μου.
Μόνο που το «για ώρα ανάγκης» έγινε σιγά σιγά «πέρασα να δω αν είσαι καλά». Και μετά «ήμουν στη γειτονιά και ανέβηκα». Και μετά άρχισα να μπαίνω σπίτι και να βρίσκω πράγματα αλλιώς.
«Σου πέταξα εκείνα τα χαρτιά από το τραπέζι, ήταν άχρηστα», μου είπε μια μέρα.
Δεν ήταν άχρηστα. Ήταν τα έγγραφα που μάζευα για να κάνω αίτηση για ένα σεμινάριο, μαζί με κάτι σημειώσεις από τη δουλειά. Τα είχε βάλει σε μια σακούλα ανακύκλωσης. Τη βρήκα πριν κατέβει ο κάδος.
Άλλη φορά είχε ανοίξει το συρτάρι στο κομοδίνο μου για να βρει, λέει, φορτιστή. Εκεί μέσα είχα φάρμακα για το άγχος που μου είχε γράψει ο γιατρός στο Κέντρο Υγείας. Δεν της είχα πει τίποτα. Όχι γιατί ντρεπόμουν ακριβώς, αλλά γιατί ήξερα ότι θα αρχίσει το «γιατί δεν μου μίλησες;», «τι σου έλειψε;», «μήπως φταίει που κάθεσαι μόνη;».
Δεν τα είδε, ή τουλάχιστον δεν ανέφερε τίποτα. Αλλά εγώ από εκείνη τη μέρα ένιωθα ότι δεν μπορούσα να αφήσω ούτε ένα χαρτί, ούτε ένα ποτήρι, ούτε τον εαυτό μου ήσυχο μέσα στο σπίτι μου.
Το χειρότερο έγινε πριν δύο εβδομάδες. Γύρισα νωρίτερα από τη δουλειά γιατί είχα ημικρανία. Άνοιξα την πόρτα και ήταν μέσα η μητέρα μου με την αδελφή μου. Είχαν αποφασίσει να αλλάξουν θέση στο σαλόνι γιατί, όπως είπε η αδελφή μου, «έτσι δείχνει πιο μεγάλο».
Η μητέρα μου είχε ανοίξει τα παράθυρα, είχε βάλει πλυντήριο με τα ρούχα που είχα αφήσει στο καλάθι και είχε βγάλει από το ψυγείο κάτι που είχα παραγγείλει το προηγούμενο βράδυ.
«Καλά, δεν χαίρεσαι που ήρθαμε να σε βοηθήσουμε;» είπε η αδελφή μου όταν με είδε να στέκομαι στην πόρτα.
Είπα «δεν είναι αυτό το θέμα». Αλλά δεν εξήγησα τίποτα. Πήγα στο δωμάτιο, έκλεισα την πόρτα και έκανα ότι με έχει πιάσει ημικρανία πιο πολύ από όσο με είχε. Ήταν πιο εύκολο να πω ότι πονάω παρά ότι ασφυκτιώ.
Κι εδώ είναι που ξέρω ότι έχω κι εγώ ευθύνη. Δεν έβαλα όριο από την αρχή. Γκρίνιαζα μέσα μου, έλεγα σε μια φίλη μου «η μάνα μου με τρελαίνει», αλλά στη μητέρα μου χαμογελούσα και έλεγα «ευχαριστώ». Μερικές φορές μάλιστα την έπαιρνα όταν δεν προλάβαινα να κάνω ψώνια ή όταν ήθελα να μου φέρει φαγητό. Την ήθελα διαθέσιμη, αλλά με τους δικούς μου όρους. Αυτό δεν είναι δίκαιο.
Την περασμένη Κυριακή πήγα στο πατρικό μου στο Περιστέρι και της το είπα.
«Θέλω να μου δώσεις το κλειδί πίσω. Αν υπάρξει πραγματική ανάγκη, θα σε πάρω. Αλλά δεν θέλω να μπαίνει κανείς σπίτι όταν δεν είμαι εγώ εκεί.»
Σώπασε. Ο πατέρας μου κοίταζε το πιάτο του. Η αδελφή μου είπε αμέσως: «Υπερβάλλεις. Η μαμά σου είναι, δεν είναι ξένη.»
Η μητέρα μου με κοίταξε και είπε: «Εγώ νόμιζα ότι σε φρόντιζα. Μετά τον χωρισμό σου φοβήθηκα ότι κλείνεσαι. Και τώρα μου λες ότι σε ενοχλώ.»
Της απάντησα πιο απότομα απ’ όσο ήθελα: «Δεν είμαι δεκαέξι. Το ότι είμαι μόνη δεν σημαίνει ότι πρέπει να με ελέγχεις.»
Εκεί στεναχωρήθηκε πραγματικά. Το είδα. Μου είπε ότι από τότε που ο πατέρας μου δυσκολεύεται να περπατήσει, το να περνάει από εμένα και να κάνει δυο πράγματα την έκανε να νιώθει χρήσιμη. Και ότι εγώ ποτέ δεν της είπα καθαρά πως με πειράζει.
Δεν της είπα όμως ότι κάποιες φορές, μόλις άκουγα κλειδί στην πόρτα, ένιωθα σαν να εξαφανίζομαι από το ίδιο μου το σπίτι. Αυτό δεν ήξερα πως να το πω χωρίς να ακουστώ αχάριστη.
Τελικά μου έδωσε το κλειδί. Το άφησε πάνω στο τραπέζι και είπε μόνο: «Να μην μου ζητήσεις ξανά να έρθω όταν θα σε βολεύει.»
Από τότε δεν μιλάμε όπως πριν. Της έστειλα μήνυμα ότι δεν θέλω να χαλάσουμε τη σχέση μας και ότι μπορώ να πηγαίνω εγώ πιο συχνά από το σπίτι τους. Δεν έχει απαντήσει ακόμα. Ξέρω ότι δεν είναι εύκολο ούτε για εκείνη να δεχτεί πως η κόρη της δεν χρειάζεται την ίδια φροντίδα με παλιά.
Αλλά και εγώ χρειάζομαι να γυρνάω σπίτι και να μην φοβάμαι ότι κάποιος έχει τακτοποιήσει τη ζωή μου πριν από μένα. Μήπως το είπα λάθος, μήπως άργησα πολύ, δεν ξέρω. Πότε η ανάγκη να κρατήσεις την ηρεμία σου γίνεται εγωισμός;