Πήρα τη μάνα μου μαζί στις διακοπές μας — και γύρισα σπίτι με την οικογένειά μου διαλυμένη και την καρδιά μου στη μέση
«Αυτό θα της δώσεις να φάει; Τοστ από φούρνο και χυμό του κουτιού;» είπε η μάνα μου και άφησε το κουτάλι με δύναμη στο τραπέζι του ενοικιαζόμενου, τόσο που πετάχτηκε λίγος καφές πάνω στο τραπεζομάντιλο.
Ο Στέλιος σήκωσε αργά το κεφάλι. Η μικρή μας, η Ευρυδίκη, σταμάτησε να κουνάει τα ποδαράκια της στην καρέκλα και κοίταξε μια εμένα, μια τη γιαγιά της.
Κι εγώ εκεί, με το μαγιό ακόμα νωπό στην πλάτη και το στομάχι σφιγμένο, κατάλαβα ότι οι διακοπές που είχα φανταστεί είχαν τελειώσει πριν καλά καλά αρχίσουν.
Την είχα καλέσει εγώ. Αυτό είναι το χειρότερο.
«Έλα κι εσύ λίγες μέρες μαζί μας, να ξεκουραστείς λίγο, να χαρείς την εγγονή σου», της είχα πει. Μόλις είχε βγει στη σύνταξη από το δημόσιο νοσοκομείο, ήταν μόνη της στο Παγκράτι, κι εγώ κουβαλούσα εκείνη τη γνωστή ελληνική ενοχή. Τη μάνα δεν την αφήνεις μόνη τον Αύγουστο στην Αθήνα, έτσι δεν είναι;
Πήγαμε στη Νάξο. Ένα μικρό διαμέρισμα, όχι κάτι σπουδαίο. Είχαμε μετρήσει τα πάντα. Ακτοπλοϊκά, φαγητά, ξαπλώστρες ούτε για αστείο. Ο Στέλιος είχε πάρει μόνο μία βδομάδα άδεια από το συνεργείο, εγώ δούλευα εξ αποστάσεως κάτι ώρες το πρωί, και θέλαμε απλώς να ανασάνουμε λίγο σαν οικογένεια.
Από την πρώτη μέρα, η μάνα μου βρήκε ρωγμή και μπήκε μέσα.
«Πάλι αντηλιακό της βάζεις και μετά τη βγάζεις μεσημέρι;»
«Το παιδί δεν φοράει φανελάκι το βράδυ; Θα κρυώσει.»
«Στέλιο, συγγνώμη που το λέω, αλλά το παιδί θέλει πρόγραμμα. Όχι ό,τι να ’ναι.»
Στην αρχή χαμογελούσα σφιγμένα. Έλεγα μέσα μου, κάνει λίγες παρατηρήσεις, μάνα είναι. Μετά άρχισα να μετράω τις ώρες μέχρι να κοιμηθεί.
Ο Στέλιος δεν μιλούσε πολύ. Αυτός όταν πιέζεται, κλείνεται. Έπλενε τα πιάτα χωρίς να του το ζητήσει κανείς, πήγαινε τη μικρή βόλτα για παγωτό, έβγαινε στο μπαλκόνι να καπνίσει ενώ είχε κόψει το κάπνισμα μήνες.
Το έβλεπα. Και δεν έλεγα τίποτα. Αυτό με τρώει ακόμα.
Το χειρότερο ήταν πως η μάνα μου δεν έκανε απλώς σχόλια. Ακύρωνε κάθε μας κίνηση μπροστά στο παιδί.
«Η μαμά σε αφήνει πάλι με το τάμπλετ; Έλα στη γιαγιά να σου πω εγώ παραμύθι, όχι αυτά τα χαζά.»
Ή:
«Μη φοβάσαι, αγάπη μου. Η γιαγιά ξέρει. Όχι σαν τους νέους γονείς που διαβάζουν στο ίντερνετ.»
Κάθε φορά ένιωθα σαν να γίνομαι δέκα χρονών. Σαν να είμαι πάλι στην κουζίνα του παλιού μας σπιτιού στην Κυψέλη, με τη μάνα μου να μου λέει ότι δεν ξέρω ούτε αυγό να βράσω σωστά.
Ένα απόγευμα στην παραλία, η Ευρυδίκη δεν ήθελε να βγει από το νερό. Έκλαιγε, χτυπιόταν, ήταν κουρασμένη. Ο Στέλιος γονάτισε δίπλα της.
«Αγάπη μου, άλλη μία βουτιά και φεύγουμε, εντάξει;»
Η μάνα μου πετάχτηκε από την ξαπλώστρα.
«Τι άλλη μία βουτιά; Το παιδί σε κάνει ό,τι θέλει.»
Την άρπαξε σχεδόν από το χέρι.
Η μικρή τρόμαξε και άρχισε να ουρλιάζει.
«Μαμά, άστη!» φώναξα τόσο δυνατά που γύρισαν δυο γυναίκες από πιο πέρα.
Η μάνα μου πάγωσε.
«Μου φωνάζεις εμένα; Εμένα; Μπροστά στον κόσμο;»
Ο Στέλιος πήρε τη μικρή αγκαλιά. Το σαγόνι του είχε σφίξει.
«Δεν είναι θέμα κόσμου, κυρία Κατερίνα», είπε χαμηλά. «Είναι θέμα ότι δεν θα ξαναπιάσετε το παιδί έτσι.»
Μόλις είπε το “κυρία Κατερίνα”, κατάλαβα ότι είχε ξεχειλίσει.
Το βράδυ έγινε το μεγάλο κακό.
Η Ευρυδίκη κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο. Εγώ μάζευα πιάτα. Η μάνα μου καθόταν στην καρέκλα με σταυρωμένα χέρια και ο Στέλιος όρθιος στο νεροχύτη.
«Εγώ ένα πράγμα βλέπω», είπε. «Ότι δεν μπορείτε να κουμαντάρετε ένα παιδί. Όλα στο χαλαρό. Σαν να φοβάστε μην το στενοχωρήσετε.»
Γύρισα και την κοίταξα.
«Και τι θες να κάνουμε; Να της φωνάζουμε; Να την τραβάμε; Όπως έκανες εσύ;»
Έμεινε για λίγο σιωπηλή. Μετά γέλασε εκείνο το πικρό γέλιο που μου ανέκαθεν με διέλυε.
«Α, μάλιστα. Εγώ σε μεγάλωσα λάθος δηλαδή.»
«Δεν είπα αυτό.»
«Αυτό είπες.»
Ο Στέλιος ψιθύρισε: «Ελένη, άστο τώρα…»
Αλλά δεν μπορούσα να το αφήσω. Όχι άλλο.
«Όχι, δεν το αφήνω. Μπαίνεις συνέχεια ανάμεσά μας. Μας διορθώνεις για όλα. Για το τι τρώει, πώς κοιμάται, πότε κάνει μπάνιο, πώς της μιλάμε. Κι όλα μπροστά της. Δεν βοηθάς. Μας υπονομεύεις.»
Η μάνα μου σηκώθηκε απότομα.
«Αν είναι να μεγαλώνετε έτσι το παιδί, καλύτερα να μην έρθω ποτέ ξανά.»
Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα του δωματίου. Η Ευρυδίκη στεκόταν μισοκοιμισμένη με το αρκουδάκι της.
«Μαμά… γιατί φωνάζετε;»
Νόμιζα ότι θα ανοίξει η γη.
Την επόμενη μέρα, η μάνα μου μάζεψε τα πράγματά της. Μόνη της. Δεν φώναξε. Δεν έκλαψε. Αυτό ήταν το πιο βαρύ απ’ όλα.
«Θα φύγω με το μεσημεριανό πλοίο», είπε μόνο.
Της έφτιαξα έναν καφέ στο πλαστικό ποτήρι για το δρόμο. Τα χέρια μου έτρεμαν. Ήθελα να της πω μείνε. Ήθελα να της πω συγγνώμη. Ήθελα και να φύγει.
Στο λιμάνι, η Ευρυδίκη την αγκάλιασε.
«Γιαγιά, θα ξανάρθεις;»
Η μάνα μου την φίλησε στα μαλλιά.
«Άμα με θέλει η μαμά σου.»
Αυτό το “άμα με θέλει” μου καρφώθηκε μέσα μου σαν πρόκα.
Όταν γύρισα στο δωμάτιο, υπήρχε επιτέλους ησυχία. Κανονική ησυχία. Ο Στέλιος έπαιζε με τη μικρή στο πάτωμα. Κανείς δεν σχολίαζε τίποτα. Κανείς δεν πεταγόταν να διορθώσει κανέναν. Και ξαφνικά, αντί να χαρώ όπως περίμενα, έβαλα τα κλάματα στο μπάνιο σαν χαζή.
Ο Στέλιος ήρθε και στάθηκε στην πόρτα.
«Δεν έκανες κάτι κακό», μου είπε.
«Έδιωξα τη μάνα μου από τις διακοπές.»
«Όχι. Έβαλες όριο.»
Ναι. Αλλά για όσους μεγαλώσαμε σε σπίτια που το όριο ακουγόταν σαν αχαριστία, αυτό δεν το ξεχωρίζεις εύκολα.
Έχουν περάσει μήνες. Μιλάμε τυπικά. Εκείνη ακόμα πετάει κάτι σπόντες στο τηλέφωνο. Εγώ ακόμα νιώθω κόμπο κάθε φορά που ακούω τη φωνή της. Αλλά δεν έχω ξαναφήσει κανέναν να με διορθώνει μπροστά στο παιδί μου. Ούτε τη μάνα μου.
Και κάποιες νύχτες αναρωτιέμαι: πόσο ακριβά πληρώνεται η ηρεμία όταν πρέπει να τη διεκδικήσεις από τον ίδιο σου τον άνθρωπο;
Εσείς θα την αφήνατε να μείνει ή θα κάνατε το ίδιο στη θέση μου;