Σταμάτησα να κουβαλάω όλη την οικογένειά του στην πλάτη μου και τότε ο άντρας μου κατάλαβε τι μου έκανε
«Πήγαινε λίγο από τη μάνα μου, σε παρακαλώ. Ζαλίζεται πάλι. Και πάρε και τον θείο φούρνο, να της στείλει ψωμί χωρίς αλάτι.»
Ήμουν στο αυτοκίνητο, έξω από το φροντιστήριο της κόρης μας, με το κεφάλι να βουίζει και το κινητό στο αυτί. Κοίταζα τα παιδιά που έβγαιναν με τσάντες και φωνές και ένιωσα ξαφνικά ότι δεν μπορώ άλλο. Όχι «δεν θέλω». Δεν μπορώ.
«Να πας εσύ, Μανώλη», του είπα.
Σιωπή.
«Τι εννοείς να πάω εγώ; Εγώ είμαι στη δουλειά.»
«Κι εγώ πού είμαι; Σε σπα;»
Το έκλεισα. Πρώτη φορά στη ζωή μου του το έκλεισα.
Για χρόνια ήμουν η νύφη που “τα προλαβαίνει όλα”. Κάθε Κυριακή τραπέζι. Άλλοτε στο σπίτι της πεθεράς μου, της κυρίας Ευανθίας, άλλοτε στο δικό μας. Εγώ ψώνια, εγώ μαγείρεμα, εγώ γλυκό, εγώ πιάτα. Ο Μανώλης έβαζε καμιά καρέκλα και ένιωθε ότι βοήθησε. Η πεθερά μου έλεγε στους συγγενείς, με εκείνο το μισό χαμόγελο που δεν ήξερες αν είναι έπαινος ή εντολή, «η Δήμητρα είναι χρυσό κορίτσι, όλα τα κανονίζει».
Ναι. Όλα.
Ραντεβού σε γιατρούς για την πίεσή της. Συνταγές στο φαρμακείο. Να πεταχτώ από τον αδελφό του, τον Στέλιο, γιατί χώρισε και «δεν είναι καλά». Να πάρω την αδερφή του, τη Βάσω, από το συνεργείο γιατί πάλι άφησε το αμάξι της τελευταία στιγμή. Να βρω υδραυλικό για το σπίτι της μάνας του. Να πληρώσω έναν λογαριασμό στη ΔΕΗ ηλεκτρονικά γιατί «εγώ δεν τα ξέρω αυτά, παιδάκι μου». Και όλα αυτά ενώ δούλευα κανονικά, μεγάλωνα παιδί, κρατούσα σπίτι.
Και το χειρότερο; Κάποια στιγμή σταμάτησαν να λένε ευχαριστώ. Έγινα κάτι σαν οικογενειακή υπηρεσία. Αν αργούσα να απαντήσω, θίγονταν κιόλας.
«Σε πήρα πριν μία ώρα», μου είπε μια μέρα η Βάσω.
«Δούλευα, Βάσω.»
«Καλά, εντάξει, νόμιζα πως μπορείς να μου κάνεις μια εξυπηρέτηση. Μην αγχώνεσαι.»
Αυτό το “μην αγχώνεσαι” με αποτελείωσε. Γιατί εγώ ήμουν μόνιμα αγχωμένη.
Άρχισα να ξυπνάω με σφίξιμο στο στήθος. Να ξεχνάω πράγματα. Να νευριάζω με το παιδί χωρίς λόγο και μετά να κλαίω κρυφά στο μπάνιο. Ένα βράδυ, ενώ δίπλωνα ρούχα στις έντεκα και μισή, ο Μανώλης μου είπε χαλαρά από τον καναπέ:
«Την Κυριακή να κάνεις εκείνο το κοκκινιστό που αρέσει στον πατέρα μου.»
Τον κοίταξα και για λίγο δεν μίλησα. Ούτε που με είχε ρωτήσει αν μπορώ. Αν θέλω. Αν αντέχω.
«Δεν θα κάνω τίποτα την Κυριακή», του είπα.
Γέλασε.
«Έλα μωρέ, τώρα θα τα δραματοποιήσουμε όλα; Μια οικογένεια είμαστε.»
Εκεί τσακίστηκα μέσα μου. Γιατί κατάλαβα ότι δεν έβλεπε τίποτα. Ούτε το πρήξιμο στα μάτια μου, ούτε το ότι είχα να δω φίλη μου μήνες, ούτε πως κάθε δικό μου Σαββατοκύριακο είχε γίνει υποχρέωση για τους δικούς του.
Την επόμενη εβδομάδα σταμάτησα.
Δεν πήρα τηλέφωνο για γιατρούς. Δεν μαγείρεψα για την Κυριακή. Δεν πήγα στη μάνα του όταν “ανέβηκε λίγο η πίεση” και τελικά ήθελε παρέα και καφέ. Δεν έτρεξα στον Στέλιο όταν τσακώθηκε με την πρώην του. Δεν απάντησα αμέσως στα μηνύματα της Βάσως.
Έγινε χαμός.
Η πεθερά μου πήρε τον Μανώλη κλαίγοντας ότι «η Δήμητρα άλλαξε». Η Βάσω είπε ότι «κάποιο πρόβλημα έχει μαζί μας και δεν το λέει». Ο Στέλιος, άκουσον άκουσον, είπε πως «από τότε που παντρεύτηκε τον αδελφό μου, μας απομακρύνει».
Κι ο Μανώλης γύρισε σπίτι έξαλλος.
«Τι κάνεις; Γιατί εκτίθεμαι εγώ τώρα;»
«Εκτίθεσαι;» του είπα. «Εγώ έχω διαλυθεί και σε νοιάζει ότι εκτίθεσαι;»
«Υπερβάλλεις.»
«Όχι. Εσύ λείπεις.»
Για πρώτη φορά τα είπα όλα. Όχι ήρεμα, όχι όμορφα. Έκλαιγα και μιλούσα κοφτά. Του είπα ότι δεν είμαι γραμματέας της οικογένειάς του. Δεν είμαι η νοσοκόμα της μάνας του, ούτε το ταξί της αδερφής του, ούτε το μαξιλάρι του αδερφού του. Του είπα ότι έχω φτάσει στο σημείο να φοβάμαι να χτυπήσει το κινητό μου. Ότι τον σιχάθηκα λίγο, ναι, γιατί με έβλεπε να βουλιάζω και βολευόταν.
Έμεινε ακίνητος. Σαν να του μιλούσα σε ξένη γλώσσα.
Την επόμενη μέρα η μάνα του τον πήρε γιατί δεν είχε ποιος να τη συνοδεύσει στον καρδιολόγο. Πήγε ο ίδιος. Μετά έτρεξε στη Βάσω. Μετά πέρασε από τον Στέλιο. Γύρισε σπίτι στις δέκα το βράδυ με το πουκάμισο τσαλακωμένο και νεύρα που πετούσαν σπίθες.
Δεν είπα τίποτα. Μόνο τον κοίταξα.
«Κάθε εβδομάδα έτσι είναι;» με ρώτησε.
Γέλασα, αλλά μου βγήκε πικρό.
«Όχι. Κάποιες είναι χειρότερες.»
Εκείνο το βράδυ κάθισε στην κουζίνα πολλή ώρα. Χωρίς τηλεόραση, χωρίς κινητό. Μόνο με ένα ποτήρι νερό και το βλέμμα χαμένο. Μετά είπε σιγά:
«Δεν το είχα καταλάβει. Νόμιζα ότι απλώς… σου έβγαινε.»
Αυτή η φράση με πόνεσε πιο πολύ απ’ όλες. Του έβγαινε, λέει. Σαν να ήμουν φτιαγμένη για να εξυπηρετώ.
Δεν λύθηκαν όλα από τη μία μέρα στην άλλη. Ακόμα υπάρχουν μούτρα. Η πεθερά μου με βλέπει πιο ψυχρά. Η Βάσω τώρα παίρνει πρώτα τον αδελφό της, όχι εμένα, και αυτό την ενοχλεί. Ο Μανώλης όμως άρχισε να σηκώνει βάρος. Να λέει «δεν μπορεί η Δήμητρα». Να μαγειρεύει καμιά Κυριακή. Να πηγαίνει ο ίδιος στους δικούς του χωρίς να θεωρεί δεδομένο ότι θα τρέχω κι εγώ.
Κι εγώ ακόμα μαθαίνω να μη νιώθω ενοχές κάθε φορά που λέω όχι. Δύσκολο είναι. Στην Ελλάδα μεγαλώσαμε πολλές γυναίκες με το «κάνε υπομονή» και το «μη χαλάς το σπίτι σου». Μόνο που εγώ το σπίτι μου πήγα να το χάσω ακριβώς επειδή έκανα υπομονή.
Αναρωτιέμαι πόσες από εμάς έχουμε γίνει αόρατες μέσα στην ίδια μας τη ζωή μέχρι να σπάσουμε. Και τελικά, γιατί πρέπει πρώτα να καταρρεύσεις για να σε δουν;