«Έφυγε για μια νεότερη κι εγώ έμεινα να κρατάω τα κομμάτια μας» — Η ασθένεια που ήρθε όταν δεν άντεχε άλλο
Ο άντρας μου έφυγε ένα Σάββατο πρωί, ενώ ο γιος μας κοιμόταν ακόμα.
Δεν έγινε καβγάς εκείνη τη στιγμή. Είχαμε κάνει αρκετούς πριν. Είχε βάλει δύο βαλίτσες στο χολ, προσεκτικά, λες και πήγαινε επαγγελματικό ταξίδι. Θυμάμαι ότι μου είπε πως δεν άντεχε άλλο να ζει «σε μια ζωή που δεν τον χωρούσε». Δεν κατάλαβα αμέσως τι εννοούσε. Μετά μου είπε για εκείνη.
Ήταν είκοσι εννέα. Ο Πέτρος ήταν σαράντα έξι. Εγώ σαράντα τρία.
Δεν έκανα τη σκηνή που ίσως περίμενε. Κάθισα στην άκρη του καναπέ και τον άκουγα. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν ότι ο Μάριος, ο γιος μας, είχε αγώνα μπάσκετ την επόμενη μέρα και ο πατέρας του είχε υποσχεθεί πως θα πήγαινε.
«Τι θα του πεις;» τον ρώτησα.
Μου απάντησε ότι θα του μιλούσε όταν θα ήταν έτοιμος. Αυτό με εξόργισε περισσότερο από όλα. Σαν να είχε χρόνο να ετοιμαστεί εκείνος, ενώ εγώ έπρεπε να μαζέψω ό,τι άφηνε πίσω του.
Ο Μάριος ήταν δεκατριών. Την πρώτη εβδομάδα δεν έκλαψε. Πήγαινε σχολείο, γύριζε, έτρωγε σχεδόν χωρίς να μιλάει και κλεινόταν στο δωμάτιό του με τα ακουστικά. Κάποιες νύχτες άκουγα το κινητό του να χτυπάει και μετά χαμηλόφωνους καβγάδες με τον πατέρα του.
«Δεν θέλω να έρθω στο σπίτι σου αν είναι κι αυτή εκεί», τον άκουσα να λέει μια φορά.
Δεν μπήκα μέσα. Στεκόμουν έξω από την πόρτα με ένα καλάθι άπλυτα στα χέρια και ένιωθα γελοία. Δεν ήξερα αν έπρεπε να τον προστατεύσω ή να τον αφήσω να θυμώσει. Τελικά έφυγα αθόρυβα, σαν να μην είχα ακούσει τίποτα.
Την ίδια περίοδο η μητέρα μου άρχισε να χειροτερεύει γρήγορα. Είχε διάγνωση αρχόμενου Αλτσχάιμερ εδώ και περίπου έναν χρόνο, αλλά μέχρι τότε τα κατάφερνε στο σπίτι της, δύο δρόμους από εμάς, με λίγη βοήθεια από εμένα και τη γυναίκα που ερχόταν τρεις φορές την εβδομάδα.
Ξαφνικά άρχισε να ξεχνάει το μάτι της κουζίνας ανοιχτό. Μια μέρα κατέβηκε με τις παντόφλες στην είσοδο της πολυκατοικίας και ζητούσε από έναν άγνωστο να τη γυρίσει στο πατρικό της χωριό, στη Φωκίδα. Έμενε στην Αθήνα σαράντα χρόνια.
Και η μητέρα μου, ακόμα και μπερδεμένη, κατάφερνε να με πληγώνει.
«Αν δεν τον είχες αφήσει να κάνει ό,τι θέλει, δεν θα έφευγε», μου είπε ένα απόγευμα, καθώς της έκοβα το φαγητό σε μικρά κομμάτια.
Την κοίταξα. Φορούσε τη ζακέτα της ανάποδα και είχε βάλει το κουτάλι μέσα στο ποτήρι με το νερό. Ήξερα πως δεν ήταν ακριβώς εκεί. Ήξερα ότι η αρρώστια μιλούσε πολλές φορές αντί για εκείνη. Αλλά αυτό δεν έκανε τις λέξεις πιο ελαφριές.
«Μαμά, δεν μπορώ τώρα», της είπα.
Εκείνη αμέσως μαζεύτηκε, σαν μικρό παιδί. «Εγώ τι είπα;» ψιθύρισε.
Μετά ένιωσα τύψεις. Αυτές οι τύψεις ήταν παντού. Για τον Μάριο, επειδή δεν είχα υπομονή. Για τη μητέρα μου, επειδή κάποιες μέρες ευχόμουν να μην χτυπήσει το τηλέφωνο. Για τη δουλειά, επειδή έφευγα νωρίτερα. Για τον εαυτό μου, επειδή δεν μπορούσα πια ούτε να κοιμηθώ σωστά.
Δούλευα σε ένα λογιστικό γραφείο στον Νέο Κόσμο. Ο μισθός μου δεν ήταν μεγάλος και, όσο κι αν ο Πέτρος έδινε διατροφή, υπήρχαν λογαριασμοί, φροντιστήριο αγγλικών, συνεδρίες με νευρολόγο για τη μητέρα μου, φάρμακα, ταξί όταν δεν μπορούσα να τη μετακινήσω αλλιώς. Ο αδελφός μου μένει στη Λάρισα και βοηθούσε όσο μπορούσε, κυρίως με χρήματα κάποιους μήνες. Δεν τον κατηγορώ. Έχει κι εκείνος οικογένεια. Αλλά η καθημερινότητα είχε πέσει πάνω μου.
Τον Νοέμβριο ένιωσα ένα σκληρό σημείο στο στήθος μου, στο ντους. Το άφησα για σχεδόν τρεις εβδομάδες. Έλεγα ότι ήταν ορμονικό, ότι είχα περίοδο, ότι δεν είχα χρόνο να τρέχω σε γιατρούς για κάθε τι.
Όταν τελικά πήγα, πήγα μόνη μου. Μετά τις εξετάσεις, η γιατρός δεν μου είπε πολλά εκείνη τη μέρα. Μου είπε μόνο να κάνουμε βιοψία.
Εκεί κάπως λύγισα. Όχι στο ιατρείο. Στο λεωφορείο, γυρνώντας σπίτι. Κατέβηκα δύο στάσεις πριν από τη δική μου, επειδή δεν άντεχα να κάθομαι ανάμεσα σε ανθρώπους που κοιτούσαν τα κινητά τους και κρατούσαν σακούλες από το σούπερ μάρκετ, σαν να ήταν μια συνηθισμένη Τρίτη. Για εκείνους ήταν.
Η διάγνωση ήταν καρκίνος του μαστού, σε στάδιο που η γιατρός είπε ότι αντιμετωπίζεται. Άκουσα τη λέξη «αντιμετωπίζεται» και πιάστηκα από αυτήν σαν να ήταν σωσίβιο. Μετά άκουσα χειρουργείο, θεραπείες, εξετάσεις, αναρρωτικές, και δεν ήξερα ποιον να πάρω πρώτα τηλέφωνο.
Τον Πέτρο δεν τον πήρα. Του το είπε ο Μάριος, χωρίς να το ξέρω. Μια μέρα ήρθε ο Πέτρος έξω από το νοσοκομείο με έναν καφέ στο χέρι και μια έκφραση που δεν μπορούσα να διαβάσω. Μου είπε ότι θα βοηθήσει.
Του απάντησα «εντάξει».
Δεν είχα δύναμη ούτε να τον διώξω ούτε να τον συγχωρήσω. Ακόμα δεν ξέρω αν τον συγχώρησα. Ξέρω μόνο ότι για λίγους μήνες έπαιρνε τον Μάριο περισσότερες μέρες και τον πήγαινε στις προπονήσεις. Αυτό ήταν χρήσιμο. Δεν ήταν όμως το ίδιο με το να είναι πατέρας όπως πριν, ούτε με το να είναι σύζυγος. Δεν προσποιήθηκα ότι ήταν.
Η ψυχολόγος μου λεγόταν Άννα. Την βρήκα μέσω του κέντρου όπου πήγαινε ο Μάριος για συμβουλευτική. Στην πρώτη συνεδρία δεν μίλησα σχεδόν καθόλου. Της έλεγα πρακτικά πράγματα: ώρες, φάρμακα, ποιος θα κάτσει με τη μητέρα μου τη μέρα του χειρουργείου.
Κάποια στιγμή με ρώτησε πότε είχα φάει τελευταία φορά χωρίς να κάνω κάτι άλλο ταυτόχρονα.
Της είπα πως δεν καταλαβαίνω την ερώτηση.
Δεν μου είπε μεγάλες αλήθειες. Μου έλεγε να γράφω σε ένα χαρτί τι μπορεί να περιμένει και τι όχι από μένα κάθε μέρα. Να μην πηγαίνω στη μητέρα μου δύο φορές την ίδια μέρα επειδή ένιωθα ενοχές. Να αφήνω τον Μάριο να με βλέπει φοβισμένη, χωρίς να του φορτώνω τον φόβο μου.
Με τον Μάριο αρχίσαμε να περπατάμε τα βράδια, όταν μπορούσα. Μέχρι το περίπτερο και πίσω στην αρχή. Μετά λίγο πιο μακριά, προς την πλατεία. Δεν μιλούσαμε πάντα για σοβαρά πράγματα. Μου έλεγε για έναν φίλο του που είχε κολλήσει με ένα κορίτσι, για ένα βίντεο που είδε, για το πόσο άχρηστο θεωρούσε το μάθημα των αρχαίων.
Μια νύχτα, μετά από θεραπεία που με είχε αφήσει χωρίς καθόλου κουράγιο, μου κράτησε την τσάντα χωρίς να του το ζητήσω.
«Μαμά», είπε, «μην προσπαθείς να κάνεις ότι είσαι καλά συνέχεια. Φαίνεται.»
Γέλασα λίγο, αλλά μετά έκλαψα. Εκείνος δεν είπε τίποτα. Περπατούσε δίπλα μου και κρατούσε την τσάντα μου, που είχε μέσα ένα μπουκάλι νερό, χαρτομάντιλα και τα χαρτιά από το νοσοκομείο.
Σήμερα η μητέρα μου είναι σε μονάδα φροντίδας κοντά στο σπίτι μας. Ήταν μια απόφαση που με διέλυσε, παρότι ήξερα ότι δεν γινόταν αλλιώς. Πηγαίνω τρεις με τέσσερις φορές την εβδομάδα. Άλλες μέρες με αναγνωρίζει, άλλες με κοιτάζει ευγενικά σαν να είμαι επισκέπτρια.
Ο Μάριος είναι δεκαπέντε τώρα. Ο πατέρας του παραμένει στη ζωή του, αλλά η σχέση τους έχει κάτι προσεκτικό, σαν να φοβούνται και οι δύο να πατήσουν λάθος σημείο.
Εγώ τελείωσα τις θεραπείες μου πριν από μήνες και κάνω τους τακτικούς ελέγχους. Κάθε φορά που πλησιάζει η ημερομηνία, ξυπνάω πιο νωρίς και δεν μπορώ να ξανακοιμηθώ.
Δεν νιώθω δυνατή κάθε μέρα. Μερικές μέρες απλώς πλένω πιάτα, απαντάω σε μηνύματα και ξεχνάω να πληρώσω έναν λογαριασμό. Αλλά το βράδυ, όταν ακούω τον Μάριο στο δωμάτιό του να γελάει με φίλους του, κάθομαι για λίγο στην κουζίνα χωρίς να κάνω τίποτα άλλο. Και αυτό, προς το παρόν, μου φτάνει.