«Εγώ πότε θα ζήσω;» — Η μέρα που άφησα πίσω τις ενοχές της οικογένειάς μου και έβαλα για πρώτη φορά εμένα πάνω απ’ όλους
«Δηλαδή θα μας αφήσεις και θα πας διακοπές μόνη σου;» είπε η μάνα μου, η Ελένη, αφήνοντας απότομα το ποτήρι στον νεροχύτη. «Μπράβο, Μαρία. Αυτό ήσουν πάντα τελικά;»
Έμεινα να την κοιτάω με το εισιτήριο στο χέρι. Δύο μέρες πριν φύγω για τη Νάξο, για τέσσερις όλες κι όλες μέρες, και μέσα μου ένιωθα σαν να έκανα έγκλημα. Όχι γιατί το πίστευα. Αλλά γιατί έτσι με είχαν μάθει. Από τα δεκαοχτώ μου ήμουν η δεύτερη μάνα του σπιτιού. Όταν πέθανε ο πατέρας μου, εγώ έτρεχα για λογαριασμούς, σούπερ μάρκετ, γιατρούς, για τα νεύρα του αδελφού μου του Γιώργου, για τα ξεσπάσματα της μάνας μου. Εγώ άκουγα, εγώ κατάπινα, εγώ «καταλάβαινα».
Ο Γιώργος πετάχτηκε από τον καναπέ. «Και ποιος θα πάει τη μάνα στον καρδιολόγο; Ποιος θα πληρώσει τη ΔΕΗ; Ποιος θα είναι εδώ αν γίνει κάτι;»
Γύρισα και τον κοίταξα πρώτη φορά χωρίς να χαμηλώσω τα μάτια. Ήταν τριάντα πέντε χρονών. Δούλευε, έβγαινε, ζούσε. Κι όμως, μέσα στο σπίτι ήμουν πάντα εγώ η υπεύθυνη. Η βολική. Η καλή κόρη.
«Εσύ, Γιώργο», του είπα ήρεμα. «Εσύ θα πας τη μάνα στον γιατρό. Εσύ θα πληρώσεις τη ΔΕΗ. Εσύ θα είσαι εδώ αν γίνει κάτι. Γιατί είσαι γιος της, όχι επισκέπτης.»
Η μάνα μου άρχισε να κλαίει. «Όλα εγώ φταίω. Σας μεγάλωσα με θυσίες και τώρα στα γεράματα με παρατάς.»
Εκεί λύγισα για μια στιγμή. Το παλιό γνώριμο σφίξιμο στον λαιμό. Οι τύψεις. Η φωνή μέσα μου που έλεγε να ακυρώσω τα πάντα, να ζητήσω συγγνώμη, να μείνω. Αλλά μετά θυμήθηκα πόσες φορές είχα μείνει εγώ πίσω. Τη φορά που δεν πήγα εκδρομή με τις φίλες μου γιατί η μάνα μου «φοβόταν να μείνει μόνη». Τη σχέση που χάλασε γιατί πάντα έτρεχα σπίτι. Τα γενέθλιά μου που τα πέρασα στο νοσοκομείο δίπλα της, ενώ ο Γιώργος ήταν σε μπουζούκια. Τις Κυριακές που μαγείρευα για όλους και το βράδυ έκλαιγα από εξάντληση στο μπάνιο για να μη με ακούσουν.
«Μαμά», της είπα, και η φωνή μου έτρεμε, «δεν σε παρατάω. Αλλά δεν θα παρατάω άλλο εμένα. Δεν είμαι μόνο κόρη, αδελφή, νοσοκόμα, ταμίας και ψυχολόγος. Είμαι άνθρωπος. Και έχω κουραστεί.»
Ο Γιώργος γέλασε ειρωνικά. «Κουράστηκες; Από τι; Από ένα σπίτι;»
Τότε ξέσπασα. «Από το να κρατάω όλους σας όρθιους ενώ εγώ διαλύομαι! Από το να περιμένετε να μαντεύω τι χρειάζεστε πριν καν το ζητήσετε! Από το να με λέτε εγωίστρια επειδή θέλω τέσσερις μέρες να κοιμηθώ, να κολυμπήσω και να μη σηκώνω το τηλέφωνο με τρόμο!»
Έπεσε σιωπή. Βαριά. Σχεδόν ντροπιασμένη.
Για πρώτη φορά, η μάνα μου δεν είχε κάτι να απαντήσει αμέσως. Κάθισε στην καρέκλα και με κοίταξε σαν να με έβλεπε αλλιώς. Όχι σαν προέκτασή της. Σαν ξεχωριστό άνθρωπο. Ο Γιώργος κατέβασε το βλέμμα.
Έφυγα τελικά. Στη Νάξο έκλαψα το πρώτο βράδυ μόνη στο δωμάτιο, όχι από λύπη, αλλά από ανακούφιση. Κοιμήθηκα χωρίς να περιμένω ποιος θα με φωνάξει. Περπάτησα ξυπόλητη στην άμμο και ένιωσα, ίσως για πρώτη φορά, ότι το σώμα μου μου ανήκει. Ότι η ζωή μου μου ανήκει.
Όταν γύρισα, κάτι είχε αλλάξει. Η μάνα μου δεν μου πέταξε πια το γνωστό «μόνο εσένα έχω». Ο Γιώργος είχε πάει μόνος του τον λογαριασμό, είχε μαγειρέψει, είχε πάει και τη μάνα στον γιατρό. Άτσαλα, όχι τέλεια, αλλά το έκανε. Στην αρχή υπήρξαν γκρίνιες, μούτρα, μικρά καρφιά. Μα κάθε φορά που προσπαθούσαν να με ξαναβάλουν στον παλιό ρόλο, εγώ έλεγα το ίδιο: «Σας αγαπάω, αλλά δεν θα εξαφανίζομαι πια για να υπάρχετε εσείς.»
Δεν έγιναν ξαφνικά άλλοι άνθρωποι. Έγινα όμως εγώ άλλη. Και αυτό τους ανάγκασε να με δουν όπως πραγματικά είμαι.
Τελικά, πόσα χρόνια πρέπει να χαθεί μια γυναίκα μέσα στις ανάγκες των άλλων για να της επιτραπεί να φροντίσει τον εαυτό της;
Και εσείς, θα αντέχατε να σας λένε εγωιστές μόνο και μόνο επειδή επιλέξατε να αναπνεύσετε;