«Αν δεν πας εσύ στη μαμά, ποιος θα πάει;» Μια κουβέντα με την αδελφή μου με έκανε να καταλάβω πόσο είχα αδειάσει
«Αν δεν πας εσύ στη μαμά, ποιος θα πάει; Εγώ δεν μπορώ να λείψω άλλη μέρα από τη δουλειά», μου είπε η αδελφή μου στο τηλέφωνο, και εκείνη τη στιγμή της απάντησα πιο απότομα απ’ όσο ήθελα.
«Δεν μπορώ ούτε εγώ σήμερα. Έχω κλείσει ραντεβού με την κόρη μου.»
Έπεσε σιωπή. Μετά είπε: «Για έναν καφέ θα αφήσεις τη μάνα μας μόνη της;»
Δεν ήταν καφές. Η κόρη μου είχε ραντεβού με την ψυχολόγο της στο Κέντρο Ψυχικής Υγείας του δήμου και μου είχε ζητήσει να πάω μαζί της. Τους τελευταίους μήνες είχε αρχίσει να έχει κρίσεις άγχους, κυρίως τα βράδια. Δεν ήθελε να το ξέρει πολύς κόσμος, ούτε η γιαγιά της, γιατί φοβόταν ότι θα ακούσει το κλασικό «στην ηλικία σου τι άγχος έχεις;».
Η μητέρα μας έκανε εγχείρηση στο ισχίο πριν από δυόμισι μήνες. Ο πατέρας μας δεν ζει πια και η αδελφή μου μένει στο Περιστέρι, ενώ εγώ στην Καλλιθέα. Από την πρώτη εβδομάδα είπα ότι θα αναλάβω τα πρωινά: φάρμακα, φαγητό, φυσικοθεραπεία, σούπερ μάρκετ, ό,τι χρειάζεται.
Το είπα εύκολα. «Μην αγχώνεσαι, θα το κανονίσω», της είπα τότε.
Μόνο που δεν το κανονισα πραγματικά. Απλώς άρχισα να τρέχω. Δούλευα σε λογιστικό γραφείο μέχρι τις τρεις, μετά πήγαινα στη μητέρα μου, γύριζα σπίτι, μαγείρευα, έβλεπα την κόρη μου όσο προλάβαινα και προσπαθούσα να κάνω ότι όλα είναι φυσιολογικά. Ο άντρας μου βοηθούσε όσο μπορούσε, αλλά κι εκείνος δουλεύει απογεύματα σε συνεργείο και είχαμε γίνει δύο άνθρωποι που συναντιούνται στην κουζίνα για δέκα λεπτά.
Η μητέρα μου δεν είναι εύκολη, αλλά ούτε κακή. Πονάει, φοβάται μην πέσει ξανά και ντρέπεται που χρειάζεται βοήθεια. Κάθε φορά που της έλεγα να κάνουμε αίτηση στο «Βοήθεια στο Σπίτι» του δήμου, απαντούσε: «Ξένοι άνθρωποι θα με πλένουν; Εσείς οι κόρες μου υπάρχετε.»
Και εγώ δεν επέμενα. Γιατί μέσα μου συμφωνούσα λίγο μαζί της. Ένιωθα ότι, αν δεν τη φροντίσω εγώ, είμαι αχάριστη.
Η αδελφή μου από την άλλη δεν καθόταν αδιάφορη. Πλήρωνε τα περισσότερα για τα φάρμακα που δεν κάλυπτε ο ΕΟΠΥΥ, πήγαινε τα Σαββατοκύριακα, μιλούσε με τον φυσικοθεραπευτή. Αλλά επειδή είχε ήδη πάρει άδεια για την εγχείρηση, της είχαν ξεκαθαρίσει στη δουλειά ότι δεν υπήρχε άλλο περιθώριο. Έτσι, ό,τι δεν μπορούσε να κάνει εκείνη, έπεφτε πάνω μου.
Το χειρότερο είναι πως εγώ δεν της είχα πει ποτέ καθαρά ότι δεν αντέχω. Έλεγα «εντάξει, θα πάω», και μετά θύμωνα μόνη μου που κανείς δεν καταλάβαινε πόσο κουράστικα.
Την προηγούμενη εβδομάδα, γύρισα σπίτι και βρήκα την κόρη μου στον καναπέ, με το μπουφάν ακόμη πάνω της. Είχα ξεχάσει ότι θα έπαιρνε απαντήσεις για μια αίτηση που είχε κάνει σε ένα σεμινάριο του δήμου. Τη ρώτησα πώς πήγε και μου είπε ήσυχα:
«Δεν πειράζει, μαμά. Έχεις πιο σοβαρά πράγματα.»
Αυτό με χτύπησε πιο πολύ κι από καβγά. Δεν φώναξε, δεν μου έκανε σκηνή. Απλώς είχε συνηθίσει να μην περιμένει από μένα.
Την επόμενη μέρα είπα στην αδελφή μου ότι δεν θα πάω στη μητέρα μας το πρωί. Θα πήγαινα μετά το ραντεβού της κόρης μου. Εκείνη εκνευρίστηκε, εγώ έκλαψα στο τηλέφωνο και της είπα πράγματα που δεν έπρεπε, ότι τα έχει αφήσει όλα σε μένα. Μου απάντησε ότι κι εγώ ποτέ δεν της ζήτησα συγκεκριμένα να αλλάξουμε πρόγραμμα, μόνο μάζευα παράπονα.
Και είχε δίκιο σ’ αυτό.
Τελικά μιλήσαμε και με τη μητέρα μου. Δεν ήταν εύκολη κουβέντα. Στην αρχή είπε πως την «ξεφορτωνόμαστε». Μετά, όταν της είπα ότι δεν κοιμάμαι καλά και ότι η κόρη μου με χρειάζεται, σώπασε. Δεχτήκαμε να έρχεται δύο φορές την εβδομάδα μια κυρία μέσω του δήμου και η αδελφή μου θα παίρνει μία μέρα άδεια τον μήνα για τα ραντεβού.
Δεν λύθηκαν όλα. Η μητέρα μου ακόμα γκρινιάζει, η αδελφή μου ακόμα θεωρεί ότι μπορώ να κάνω παραπάνω και εγώ ακόμα νιώθω τύψεις όταν δεν σηκώνω αμέσως το τηλέφωνο.
Αλλά προσπαθώ να θυμάμαι ότι δεν γίνεται να είμαι καλή κόρη, καλή μητέρα, καλή σύζυγος και σωστή στη δουλειά μου, αν μέσα μου δεν έχει μείνει τίποτα. Μήπως άργησα πολύ να το καταλάβω; Πότε πιστεύετε ότι η βοήθεια προς την οικογένεια αρχίζει να γίνεται εγκατάλειψη του εαυτού μας;