«Μου ζητούσε να κάνω υπομονή για την κόρη του — αλλά εγώ άρχισα να νιώθω πως δεν υπήρχε ποτέ χώρος για εμάς»

Το κουτί με τα πράγματά μου είναι ακόμα στο πατάρι του Δημήτρη. Το ξέρω γιατί το είδα πριν τρεις εβδομάδες, όταν πέρασα να πάρω ένα χειμωνιάτικο παλτό που είχα αφήσει εκεί. Δεν το κατέβασα. Δεν μου είπε ούτε εκείνος να το πάρω.

Είναι από αυτά τα πράγματα που μένουν στη μέση και σε κάνουν να ελπίζεις χωρίς να το παραδέχεσαι.

Είμαι 39, δουλεύω σε φαρμακαποθήκη στον Ασπρόπυργο και μετά το διαζύγιό μου, πριν από έξι χρόνια, έλεγα σε όλους ότι μια χαρά είμαι μόνη. Και, σε μεγάλο βαθμό, ήμουν. Είχα το δυάρι μου στο Περιστέρι, τη δουλειά μου, την αδερφή μου δύο στενά πιο κάτω, τις Κυριακές με τους γονείς μου στο Αιγάλεω. Δεν περίμενα κάτι ιδιαίτερο.

Τον Δημήτρη τον γνώρισα σε μια βάφτιση. Ήταν φίλος του ξαδέρφου μου, καθόταν λίγο παράμερα και κοιτούσε συνέχεια το κινητό του. Νόμιζα πως ήταν από εκείνους που βαριούνται και θέλουν να φύγουν. Μετά μου είπε ότι περίμενε μήνυμα από την κόρη του, τη Μαρίνα, που ήταν τότε δεκαέξι και είχε πάει εκδρομή με το σχολείο.

Ήταν χήρος. Η γυναίκα του είχε πεθάνει από καρκίνο τέσσερα χρόνια πριν. Δεν το είπε αμέσως, ούτε το έκανε σημαία. Το έμαθα στον δεύτερο καφέ, όταν τον ρώτησα γιατί δεν μένει ποτέ μετά τις έντεκα έξω.

Στην αρχή είχα πολλή προσοχή. Δεν ήθελα να μπω σε μια ζωή και να κάνω ζημιά. Η Μαρίνα είχε χάσει τη μητέρα της μικρή, και όσο κι αν ήταν πια σχεδόν ενήλικη, καταλάβαινα ότι ο πατέρας της ήταν ό,τι πιο σταθερό είχε.

Για μήνες δεν τη γνώρισα. Δεν με πείραξε. Μετά γνώρισα τη Μαρίνα σε ένα καφέ στην Πετρούπολη. Ήταν ευγενική, πολύ κλειστή, με ένα βλέμμα που δεν ήξερες αν σε κοιτάζει ή αν κοιτάζει πίσω σου. Μου είπε «χάρηκα» και όλη την ώρα ανακάτευε τον καφέ της, ενώ δεν έβαλε καν ζάχαρη.

Δεν προσπάθησα να γίνω φίλη της. Ούτε να της κάνω τη μητέρα. Ούτε να χωθώ. Της έστελνα καμιά φορά ένα μήνυμα για τα γενέθλιά της, της πήρα ένα βιβλίο όταν έδινε Πανελλήνιες, μέχρι εκεί.

Ο Δημήτρης μου έλεγε πως εκτιμούσε που δεν πίεζα τα πράγματα.

Μετά από δυόμισι χρόνια, όμως, άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως είχε έρθει η ώρα να μην είμαι απλώς η γυναίκα που τον περίμενε τα βράδια που δεν είχε κάτι με την κόρη του. Δεν ήθελα γάμο με νυφικό και τραπέζια. Απλώς μιλούσαμε για να μείνουμε μαζί. Το σπίτι του ήταν μεγαλύτερο από το δικό μου, κοντά στη σχολή της Μαρίνας, και λογικά θα πήγαινα εγώ εκεί.

Μου είχε πει μάλιστα να αρχίσω να αφήνω πράγματα. Έτσι ανέβηκε εκείνο το κουτί στο πατάρι.

Τον Ιούλιο, λίγες μέρες πριν πάμε διακοπές στη Νάξο, η Μαρίνα έπαθε κρίση πανικού. Δεν ξέρω ακριβώς τι έγινε. Είχε τσακωθεί με μια φίλη της, είχε πίεση από την εξεταστική, και ξαφνικά είπε στον πατέρα της ότι δεν άντεχε την ιδέα να γυρίσει σπίτι και να με βρει να μένω εκεί.

Δεν μου το είπε η ίδια. Ο Δημήτρης ήρθε στο σπίτι μου, κάθισε στην άκρη του καναπέ και κρατούσε τα κλειδιά του στο χέρι.

«Δεν λέω ότι δεν θα γίνει», μου είπε. «Απλώς τώρα δεν μπορώ να της το κάνω αυτό.»

Τον ρώτησα τι ακριβώς θα της έκανε. Δεν απάντησε καθαρά. Μου είπε ότι η Μαρίνα ένιωθε πως αν έμενα εκεί, θα έσβηνε οριστικά η μητέρα της από το σπίτι. Το άκουσα και ντράπηκα σχεδόν που θύμωσα. Πώς να τα βάλεις με ένα κορίτσι που πενθεί ακόμα; Ακόμα κι αν το πένθος της μοιάζει άδικο για σένα;

Ακυρώσαμε τη Νάξο. Εκείνος είπε ότι δεν είχε μυαλό για διακοπές και εγώ είπα «εντάξει». Έφυγα μόνη μου για τρεις μέρες στην Αίγινα, σε ένα δωμάτιο που βρήκα τελευταία στιγμή. Έτρωγα φυστίκια στην παραλία και κοιτούσα οικογένειες με ψυγειάκια και φωνές, και αισθανόμουν γελοία που με είχε διαλύσει τόσο ένα ταξίδι που δεν έγινε.

Πέρασαν μήνες. Η Μαρίνα ξεκίνησε συνεδρίες με ψυχολόγο, πράγμα που ο Δημήτρης το αντιμετώπισε πολύ σωστά. Δεν την κατηγορώ γι’ αυτό. Αλλά κάθε κουβέντα για εμάς σταμάτησε. Αν έλεγα «τι θα κάνουμε τελικά;», μου απαντούσε πως δεν ήταν ώρα για τέτοια.

Κάποια στιγμή, από εκνευρισμό, του είπα ότι δεν είναι η κόρη του το πρόβλημα. Είναι ότι εκείνος δεν αντέχει να τη δει στεναχωρημένη ούτε για μία μέρα. Μόλις το είπα, μετάνιωσα. Ήταν σκληρό. Εκείνος είχε δει το παιδί του να χάνει τη μητέρα του. Εγώ τι δικαίωμα είχα να του λέω πώς να τη μεγαλώσει;

Αλλά κι εγώ δεν ήμουν μια προσωρινή γνωριμία. Τρία χρόνια ήμασταν μαζί. Είχα κάνει χώρο για τους φόβους τους, για το πένθος τους, για τα προγράμματά τους. Και άρχισα να καταλαβαίνω ότι όλη αυτή η κατανόηση είχε γίνει τρόπος να εξαφανίζομαι χωρίς να φωνάζω.

Τον Δεκέμβριο του είπα ότι θέλω να κάνουμε ένα διάλειμμα. Δεν του έθεσα τελεσίγραφο. Του είπα απλώς ότι δεν μπορώ να περιμένω επ’ αόριστον να αποφασίσει αν επιτρέπεται να υπάρχει μέλλον για μας.

Έκλαψε, αλλά ήσυχα. Μου είπε ότι με αγαπάει και ότι δεν θέλει να με χάσει. Δεν είπε όμως «μείνε». Δεν είπε «θα το βρούμε». Μου είπε μόνο: «Δώσε μου λίγο χρόνο ακόμα.»

Αυτό το «λίγο» είναι που με τρώει. Γιατί μπορεί όντως να χρειάζεται χρόνο. Μπορεί να είμαι εγωίστρια που δεν μπορώ να περιμένω ένα παιδί που πονάει. Μπορεί, επίσης, να έχω περάσει τα τελευταία τρία χρόνια περιμένοντας από έναν άνθρωπο να διαλέξει μια ζωή που, κατά βάθος, δεν μπορεί να ζήσει.

Την τελευταία φορά που τον είδα, μου έδωσε το παλτό μου και με συνόδευσε μέχρι το ασανσέρ. Δεν ανέφερε το κουτί στο πατάρι. Ούτε εγώ.

Από τότε μιλάμε αραιά. Μου στέλνει καμιά φορά φωτογραφία από τον σκύλο του ή μου γράφει αν έφτασα καλά στη δουλειά όταν βρέχει πολύ. Πράγματα μικρά, σαν να είμαστε ακόμα μαζί, αλλά χωρίς να είμαστε.

Και εγώ, κάθε φορά που χτυπάει το κινητό, το κοιτάζω πριν καν πάρω ανάσα.