Την Κυριακή που έκλεισα την κατσαρόλα και άνοιξα επιτέλους το στόμα μου

«Μαμά, έβαλες και παστίτσιο ή μόνο το κοτόπουλο;»

Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που μου είπε ο Στέλιος εκείνη την Κυριακή, ούτε ένα «τι κάνεις», ούτε ένα φιλί σωστό. Στεκόταν στην πόρτα με τα κλειδιά στο χέρι και η Ιωάννα από πίσω κρατούσε δυο άδεια τάπερ, λες και ερχόταν παραγγελία έτοιμη. Τους κοίταξα και για ένα δευτερόλεπτο ένιωσα κάτι να σπάει μέσα μου. Όχι απότομα. Σαν ράγισμα που υπήρχε καιρό.

Μένω μόνη μου στο Παγκράτι, σε ένα διαμέρισμα που πλήρωσα με κόπο, δόση τη δόση, τότε που δούλευα ακόμα στο ραφείο. Ο άντρας μου έχει φύγει χρόνια. Ο Στέλιος μένει δέκα λεπτά πιο πέρα, στον Νέο Κόσμο, με την Ιωάννα και τη μικρή τους, την Ευαγγελία. Κάθε Κυριακή έρχονταν για φαγητό. Στην αρχή χαιρόμουν. Έλεγα, να ακούγεται λίγο το σπίτι, να μυρίζει οικογένεια.

Μετά έγινε πρόγραμμα. Και μετά υποχρέωση. Μόνο δική μου.

Από την Τετάρτη ήδη έγραφα λίστα. Λαϊκή την Πέμπτη, σούπερ μάρκετ την Παρασκευή, καθάρισμα το Σάββατο, και από το πρωί της Κυριακής στην κουζίνα. Ντολμαδάκια, πατάτες στο φούρνο, σαλάτες, τυρόπιτα για τη μικρή, γλυκό ψυγείου γιατί «της αρέσει της Ιωάννας». Και στο τέλος, εγώ με πρησμένα πόδια, ιδρωμένη, να τους σερβίρω και να ακούω:

«Μαμά, βάλε μας και λίγο ακόμα.»

«Μαρία, έχεις κανένα ταπεράκι να πάρουμε για αύριο;»

Και είχα. Πάντα είχα.

Δεν ήταν μόνο το φαγητό. Ήταν ότι έτρωγαν, σηκώνονταν, έπινε ο Στέλιος έναν καφέ στον καναπέ, η Ιωάννα χάζευε λίγο το κινητό της, η μικρή σκόρπιζε παιχνίδια παντού, και μετά:

«Άντε, να φύγουμε σιγά σιγά, έχουμε και δουλειές.»

Δουλειές. Κι εγώ τι είχα; Διακόσμηση ήμουν;

Έμενα μετά μόνη με το νεροχύτη γεμάτο, τα τραπεζομάντιλα λεκιασμένα, το ρεύμα να καίει, το ψυγείο άδειο, και τα ψώνια πληρωμένα από τη σύνταξή μου. Δεν είμαι καμιά πλούσια. Μετράω τα ευρώ πριν πάω στη λαϊκή. Κι όμως, κάθε εβδομάδα έκανα λες και είχα γάμο.

Το είπα πρώτα ήρεμα.

«Στέλιο, παιδί μου, την άλλη φορά να φέρετε κι εσείς κάτι. Μια σαλάτα, ένα γλυκό, κάτι τέλος πάντων.»

Γέλασε.

«Έλα ρε μαμά, τώρα θα τα λογαριάζουμε;»

Η Ιωάννα δεν σήκωσε καν το βλέμμα.

«Άμα είναι να σε κουράζουμε, πες το», μου είπε ξερά.

Αυτό το «άμα είναι» με χτύπησε άσχημα. Γιατί ποτέ δεν ρώτησαν αν κουράζομαι. Μόνο αν έχει φαγητό.

Την απόφαση την πήρα ένα Σάββατο πρωί στη λαϊκή. Κρατούσα δυο σακούλες, η μέση μου με τραβούσε, και έβλεπα γύρω μου γυναίκες σαν κι εμένα, άλλες να τρέχουν για παιδιά και εγγόνια, άλλες να έχουν πιει έναν καφέ και να γελάνε σαν άνθρωποι. Εκείνη τη μέρα δεν πήρα κιμά. Δεν πήρα ούτε κοτόπουλο. Πήρα μόνο λίγα φρούτα, χόρτα και ένα μικρό μπουκέτο γαρύφαλλα για μένα. Για μένα. Περίεργο μου φάνηκε.

Την Κυριακή δεν άναψα φούρνο. Ντύθηκα, έβαλα λίγο κραγιόν μετά από μήνες, και πήγα στο πολιτιστικό κέντρο του δήμου για μια προβολή και μετά για καφέ με τη φίλη μου τη Δήμητρα. Όταν με πήρε ο Στέλιος τηλέφωνο, ήμουν ήδη έξω.

«Μαμά, πού είσαι; Είμαστε κάτω.»

«Δεν είμαι σπίτι.»

Σιωπή.

«Τι εννοείς δεν είσαι σπίτι; Κυριακή είναι.»

«Το ξέρω τι μέρα είναι, Στέλιο. Βγήκα.»

«Και το φαγητό;»

Το είπε ακριβώς έτσι. Όχι “είσαι καλά;”. Όχι “τι έγινε;”. Το φαγητό.

Πήρα ανάσα.

«Από δω και πέρα ή θα παραγγέλνουμε, ή θα μαγειρεύουμε όλοι με τη σειρά. Δεν μπορώ άλλο μόνη μου.»

Άκουσα την Ιωάννα από πίσω, δυνατά επίτηδες.

«Το ήξερα εγώ. Έχει αλλάξει τελείως.»

Ο Στέλιος ανέβασε φωνή.

«Μαμά, αυτά δεν είναι ωραία πράγματα. Τι πάει να πει θα παραγγέλνουμε; Εμείς ερχόμαστε να σε δούμε.»

Γέλασα πικρά. Δεν κρατήθηκα.

«Εμένα; Εμένα έρχεστε να δείτε ή τις κατσαρόλες μου;»

Το βράδυ ήρθαν πάνω, νευριασμένοι. Η Ιωάννα μπήκε μέσα χωρίς να βγάλει καλά καλά το μπουφάν.

«Ειλικρινά, δεν το περίμενα αυτό από εσάς. Έχετε εγγόνι. Έχετε έναν ρόλο.»

«Ρόλο;» της είπα. «Εγώ είμαι άνθρωπος, Ιωάννα. Όχι υπηρεσία.»

Ο Στέλιος χτύπησε το χέρι στο τραπέζι.

«Έχεις γίνει δύσκολη. Παλιά δεν ήσουν έτσι.»

«Παλιά ήμουν νεότερη, πιο ανεκτική και πιο χαζή ίσως», του απάντησα. «Τώρα κουράστηκα να θεωρούμαι δεδομένη.»

Η μικρή καθόταν στον καναπέ και με κοίταζε χωρίς να καταλαβαίνει. Αυτό ήταν που με τσάκισε πιο πολύ. Δεν ήθελα καβγά μπροστά στο παιδί. Αλλά πόσα να καταπιώ ακόμα;

Η Ιωάννα μάζεψε τη μικρή απότομα.

«Αν το βλέπετε έτσι, να μην ξανάρθουμε.»

Εκεί λύγισα για ένα δευτερόλεπτο. Όχι απ’ τον φόβο. Από τη στενοχώρια. Γιατί ήξερα πως το έλεγε για τιμωρία. Το κλασικό. Ή κάνεις ό,τι θέλουμε ή θα σου κόψουμε και το παιδί.

Τους κοίταξα και είπα μόνο:

«Αν έρχεστε για αγάπη, η πόρτα μου είναι ανοιχτή. Αν έρχεστε για τάπερ, να πάτε στο σουπερμάρκετ.»

Έφυγαν χωρίς να πουν αντίο.

Δύο Κυριακές δεν εμφανίστηκαν. Ο Στέλιος ούτε τηλέφωνο. Μόνο ένα ξερό μήνυμα: «Ελπίζω να είσαι ευχαριστημένη.» Διάβασα το μήνυμα πολλές φορές και έκλαψα, ψέματα δεν θα πω. Έκλαψα από θυμό, από ενοχή, από μοναξιά. Μετά όμως βγήκα ξανά. Πήγα μια βόλτα στο Άλσος, ήπια καφέ με τη Δήμητρα, έφτιαξα μόνο για μένα φακές και τις έφαγα ζεστές, χωρίς άγχος, χωρίς να τρέμω αν φτάσουν.

Την τρίτη Κυριακή χτύπησε το κουδούνι. Ο Στέλιος στεκόταν με μια σακούλα από ψητοπωλείο και η Ιωάννα κρατούσε μια σαλάτα.

Ήταν αμήχανοι. Κι εγώ ήμουν.

«Να μπούμε;» ρώτησε σιγά.

Έκανα στην άκρη.

Δεν λύθηκαν όλα μαγικά. Δεν γίναμε ξαφνικά τέλεια οικογένεια. Αλλά εκείνη τη μέρα ο Στέλιος μάζεψε το τραπέζι χωρίς να του το πω. Και η Ιωάννα, πριν φύγουν, με ρώτησε χαμηλόφωνα:

«Θέλετε να σας αφήσω λίγα χρήματα για τα ψώνια της μικρής που της παίρνετε καμιά φορά;»

Την κοίταξα και κατάλαβα πως για πρώτη φορά ίσως με είδε.

Πονάει να βάζεις όρια στους δικούς σου. Αλλά πονάει πιο πολύ να χάνεις τον εαυτό σου μέσα στην ίδια σου την κουζίνα.

Εσείς θα το λέγατε αγάπη αυτό που ζούσα ή απλώς συνήθεια βολική για όλους εκτός από μένα;
Και πείτε μου, πόσες μάνες έχουν μάθει να σωπαίνουν για να μη χαλάσει το κυριακάτικο τραπέζι;