Αρνήθηκα να υπογράψω για το καινούργιο διαμέρισμα και εκείνη τη μέρα ένιωσα να χάνω και το σπίτι και τον γάμο μου
«Υπόγραψε, Ελένη. Μας έχουν περιμένει τόση ώρα.»
Ο Σταύρος το είπε μέσα από τα δόντια του, με εκείνο το χαμόγελο που φορούσε μπροστά σε ξένους όταν ήταν θυμωμένος. Δίπλα του η μητέρα του, η κυρία Δήμητρα, έσφιγγε την τσάντα της στα γόνατα και με κάρφωνε με βλέμμα που έλεγε καθαρά ότι πάλι εγώ χάλαγα τη δουλειά.
Κοίταξα άλλη μια φορά το προσύμφωνο πάνω στο γραφείο του μεσίτη. Τα χέρια μου είχαν παγώσει. Είχα ρωτήσει τρεις φορές για την υγρασία στο πίσω δωμάτιο, για κάτι ρωγμές δίπλα στο μπαλκονόφυλλο, για τα κοινόχρηστα που κανείς δεν μου έλεγε ξεκάθαρα πόσα είναι, για μια πρόχειρη απάντηση σχετικά με την ταράτσα. Όλα θολά. Όλα μισά.
«Δεν υπογράφω έτσι», είπα.
Έπεσε μια σιωπή τόσο βαριά, που άκουγα το ρολόι στον τοίχο.
Ο μεσίτης έβηξε αμήχανα. «Κυρία Ελένη, σας διαβεβαιώνω, είναι ένα εξαιρετικό ακίνητο. Σε αυτή την περιοχή τέτοια ευκαιρία δεν ξαναβρίσκετε.»
«Ευκαιρία με μούχλα πίσω από τη ντουλάπα;» του απάντησα. «Και χωρίς χαρτί από μηχανικό για όσα ρώτησα; Όχι.»
Ο Σταύρος γύρισε απότομα προς το μέρος μου.
«Θα μας αφήσεις πάλι στον αέρα;»
Αυτό το πάλι με χτύπησε πιο πολύ κι από φωνή. Γιατί ναι, ήμασταν στον αέρα. Μείναμε δύο χρόνια σε νοίκι στην Καλλιθέα, σε ένα δυάρι που έσταζε από το κουφώμα τον χειμώνα. Ο ιδιοκτήτης ήθελε να το δώσει στην κόρη του και μας είχε δώσει διορία δύο μηνών να φύγουμε. Τα ενοίκια είχαν ανέβει, οι αγγελίες εξαφανίζονταν μέσα σε ώρες, κι εμείς είχαμε μαζέψει με κόπο μια μικρή προκαταβολή από οικονομίες, δανεικά από τη μάνα μου και λίγη βοήθεια από την πεθερά μου — βοήθεια που δεν ήταν ποτέ ακριβώς βοήθεια, γιατί πάντα ερχόταν με αντάλλαγμα λόγο στη ζωή μας.
Η κυρία Δήμητρα έσκυψε προς το μέρος μου.
«Κορίτσι μου, σπίτι ψάχνετε, όχι παλάτι. Όλα τα παλιά σπίτια κάτι έχουν. Θα τα φτιάξετε σιγά σιγά.»
«Με τι λεφτά θα τα φτιάξουμε;» είπα και ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει. «Με αυτά που δεν μας λένε καν πόσα θα χρειαστούν;»
Ο Σταύρος χτύπησε την παλάμη του στο γραφείο. Όχι δυνατά, αλλά αρκετά για να πεταχτώ.
«Έχουμε κουραστεί, Ελένη. Δεν αντέχω άλλο να βλέπω σπίτια, να μας προλαβαίνουν όλοι, να μας διώχνουν από παντού. Η μάνα μου έβαλε λεφτά. Κι εσύ κολλάς σε κάτι λεκέδες.»
Κάτι λεκέδες.
Ήθελα να κλάψω εκείνη τη στιγμή, αλλά πείσμωσα. Εγώ είχα δει τη βαριά μυρωδιά στο μικρό δωμάτιο. Εγώ είχα προσέξει ότι ο πωλητής άλλαζε κουβέντα κάθε φορά που ρωτούσα για την πολυκατοικία. Εγώ είχα δει τα φουσκωμένα σοβατεπιά. Δεν ήμουν τρελή.
Σηκώθηκα όρθια.
«Αν θες, υπέγραψε μόνος σου. Εγώ δεν βάζω το όνομά μου.»
Βγήκα πρώτη έξω. Στη σκάλα τα πόδια μου έτρεμαν τόσο, που κρατήθηκα από το κάγκελο. Σε δέκα λεπτά ο Σταύρος κατέβηκε κάτω και δεν μου μιλούσε. Η μητέρα του ούτε με κοίταξε.
Στο σπίτι περάσαμε το χειρότερο βράδυ του γάμου μας.
«Με ξεφτίλισες», μου είπε.
«Σε προστάτεψα.»
«Από τι; Από ένα σπίτι;»
«Από μια τρύπα που θα μας έτρωγε τα λεφτά.»
Η πεθερά μου πήρε τηλέφωνο αργότερα, ενώ ήμασταν ακόμα στο ίδιο δωμάτιο και δεν κοιταζόμασταν.
«Σταύρο, παιδί μου, έλα αύριο από εδώ να τα πούμε ήρεμα. Μην ταράζεσαι.»
Με άκουσε να ανασαίνω και το είπε επίτηδες πιο δυνατά:
«Μερικές γυναίκες δεν καταλαβαίνουν πότε πρέπει να στηρίξουν το σπίτι τους.»
Έκλεισα το τηλέφωνο από το χέρι του. Ναι, το έκανα. Δεν ήταν ωραίο, αλλά το έκανα.
Τις επόμενες μέρες μιλούσαμε μόνο για τα απαραίτητα. Καφές, λογαριασμός ΔΕΗ, αν πήρα ψωμί. Τίποτα άλλο. Κοιμόταν στην άκρη του κρεβατιού, γυρισμένος από την άλλη. Εγώ ξυπνούσα μέσα στη νύχτα και κοιτούσα το ταβάνι, με το άγχος να μου κάθεται στο στήθος σαν πέτρα.
Δεν άντεξα και πήγα μόνη μου στην πολυκατοικία του διαμερίσματος. Βρήκα μια γειτόνισσα στο ισόγειο, την κυρία Βάσω, που στην αρχή δίστασε, αλλά μετά άνοιξε.
«Κορίτσι μου, καλά έκανες και πρόσεξες. Από την ταράτσα κατεβαίνουν νερά χρόνια. Έχουν τσακωθεί όλοι. Ο από πάνω χρωστάει κοινόχρηστα, η διαχείριση είναι μπάχαλο και στο πίσω δωμάτιο που είδες είχε ξαναβγάλει μούχλα. Το βάψανε λίγο πριν το δείξουν.»
Ένιωσα τα γόνατά μου να κόβονται. Ζήτησα και τηλέφωνο ενός μηχανικού που είχε περάσει παλιότερα από εκεί. Με λίγα λόγια, επιβεβαίωσε ότι οι ρωγμές ήθελαν έλεγχο και πως τίποτα δεν έπρεπε να γίνει βιαστικά.
Γύρισα σπίτι με μια μικρή, πικρή δικαίωση. Περίμενα, δεν ξέρω, μια συγγνώμη έστω μισή.
Ο Σταύρος άκουσε όσα του είπα, κάθισε σιωπηλός λίγη ώρα και μετά ψιθύρισε:
«Ωραία. Δεν το πήραμε. Και τώρα; Πού θα πάμε;»
Αυτό ήταν όλο.
Όχι «είχες δίκιο». Όχι «συγγνώμη που σε πίεσα». Μόνο αυτό το πνιγμένο και τώρα τι.
Και είχε δίκιο με τον τρόπο του. Γιατί πράγματι, ήμασταν πάλι στην αρχή. Με κούτες μισογεμάτες, με αγγελίες στο κινητό, με λεφτά μετρημένα, με μια πεθερά που από τότε με βλέπει σαν εμπόδιο και με έναν άντρα που δεν με συγχώρεσε ποτέ πραγματικά επειδή τον σταμάτησα τη στιγμή που νόμιζε πως έπιανε σωσίβιο.
Μείναμε μαζί, αλλά κάτι έσπασε. Σαν γυαλί που δεν φαίνεται από μακριά, μόνο όταν πέσει πάνω του φως. Ακόμα ψάχνουμε σπίτι. Ακόμα μένουμε προσωρινά σε ένα μικρό διαμέρισμα ενός θείου του Σταύρου στο Περιστέρι, με βαλίτσες κάτω από το τραπέζι και με τη ζωή μας σε αναμονή.
Καμιά φορά σκέφτομαι πως δεν τσακωθήκαμε για ένα σπίτι. Τσακωθήκαμε για το αν η φωνή μου μετράει μέσα στον γάμο μου όταν όλοι οι άλλοι βιάζονται.
Εσείς τι θα κάνατε; Θα υπογράφατε από φόβο μην μείνετε χωρίς στέγη ή θα ρισκάρατε να σας πουν δύσκολη για να προστατέψετε το μέλλον σας;