«Όταν η πεθερά μου μπήκε στο σπίτι “για λίγο”, ένιωσα σιγά σιγά να εξαφανίζομαι μέσα στο ίδιο μου το σπίτι»
«Δεν γίνεται άλλο, πρέπει να βρεις άλλη λύση για τη μητέρα σου», του είπα και το είπα τόσο απότομα που μέχρι κι εγώ τρόμαξα με τη φωνή μου.
Ο άντρας μου άφησε κάτω το κουτάλι και με κοίταξε λες και του είπα να την πετάξει στον δρόμο.
«Άλλη λύση; Ποια άλλη λύση; Να την πάω πού;»
Η πεθερά μου ήταν στο διπλανό δωμάτιο και άκουγε. Το κατάλαβα γιατί μετά έκλεισε πιο δυνατά την πόρτα. Και εκείνη τη στιγμή ένιωσα πάλι το ίδιο: ότι μέσα στο ίδιο μου το σπίτι δεν μπορώ ούτε να μιλήσω.
Όλα ξεκίνησαν πριν οκτώ μήνες. Η πεθερά μου έμενε μόνη της στο Περιστέρι, σε διαμέρισμα τρίτου χωρίς ασανσέρ. Έπεσε μια φορά στις σκάλες, όχι κάτι πολύ σοβαρό, αλλά τρόμαξε. Ο άντρας μου άρχισε να λέει ότι δεν γίνεται να είναι μόνη της, ότι ώσπου να δούμε τι θα κάνουμε, να έρθει σε εμάς «για λίγο». Εγώ τότε συμφώνησα. Και το λέω γιατί δεν θέλω να το παίζω θύμα. Συμφώνησα. Μόνο που στο μυαλό μου το «για λίγο» ήταν ένας μήνας, δύο. Όχι να κλείνουμε χρόνο.
Μένουμε σε ένα τριάρι στη Νέα Σμύρνη, με στεγαστικό που ακόμα τρέχει, ένα παιδί στο γυμνάσιο και εγώ δουλεύω part-time σε λογιστικό γραφείο στον Άγιο Δημήτριο. Δεν είμαστε άνθρωποι που περισσεύουν ούτε τα τετραγωνικά ούτε τα νεύρα. Στην αρχή είπα, εντάξει, άνθρωπος είναι, μάνα του είναι, θα βοηθήσουμε.
Το θέμα είναι ότι σιγά σιγά δεν ήταν «βοήθεια». Ήταν σαν να μετακινήθηκε το κέντρο του σπιτιού.
Άρχισε από μικρά. «Μη βάζεις το παιδί να τρώει τόσο αργά.» «Εγώ τα φασολάκια τα κάνω αλλιώς.» «Γιατί παραγγέλνετε καφέ απ’ έξω, πεταμένα λεφτά.» Αυτά τα λες και τα ακούς, λες δεν έγινε κάτι. Μετά έγιναν περισσότερα. Άνοιγε την πόρτα στο δωμάτιό μας χωρίς να χτυπήσει. Ξαναέπλενε τα ρούχα που είχα βάλει γιατί «δεν μύριζαν καθαριότητα». Έψαχνε τα ντουλάπια και μετακινούσε πράγματα «για να τα βρείτε πιο εύκολα». Έπαιρνε τηλέφωνο τον άντρα μου στη δουλειά για να του πει ότι «σήμερα η ατμόσφαιρα στο σπίτι είναι βαριά».
Μία φορά γύρισα και τη βρήκα να έχει ανοίξει έναν φάκελο από την τράπεζα που ήταν πάνω στον πάγκο. Της είπα, «συγγνώμη, γιατί άνοιξες αλληλογραφία που δεν είναι δική σου;» και μου απάντησε, «νόμιζα ότι είναι λογαριασμός της ΔΕΗ». Δεν την πίστεψα. Αλλά ούτε τότε έβαλα κανονικά όριο. Μούτρωσα, το είπα στον άντρα μου, τσακωθήκαμε, και μετά το αφήσαμε να σβήσει.
Εγώ φταίω και σε κάτι άλλο. Δεν μιλούσα όταν έπρεπε. Τα κατάπινα, τα κατάπινα, και μετά έβγαινα μια μέρα και γινόμουν κακή για όλα μαζί. Εκείνος έλεγε, «μα γιατί δεν μου το είπες τόσο καιρό;» και είχε και λίγο δίκιο. Μόνο που όταν του έλεγα κάτι μικρό, πάντα έβρισκε δικαιολογία. «Μεγάλωσε αλλιώς», «μην το παίρνεις προσωπικά», «είναι ανασφαλής». Οπότε μετά σταμάτησα να λέω τα μικρά και περίμενα μέχρι να σκάσω.
Το χειρότερο δεν ήταν καν οι δουλειές του σπιτιού. Ήταν ότι ένιωθα να μην έχω γωνία δική μου. Να γυρνάω από τη δουλειά και να πρέπει να δώσω αναφορά. «Άργησες σήμερα;» «Πάλι έτοιμο φαγητό;» «Το παιδί έχει πολλά νεύρα, δεν του κάνετε καλό έτσι όπως το μεγαλώνετε.» Ακόμα και όταν καθόμουν στο μπαλκόνι να πιω έναν καφέ μόνη μου, σε πέντε λεπτά καθόταν δίπλα μου.
Μου είπε μια μέρα η αδελφή μου, «δεν είναι ότι δεν τη συμπονάς, είναι ότι δεν αντέχεις να σε καταπιεί». Και τότε θύμωσα, γιατί ακούστηκε σκληρό, αλλά κάπου με χτύπησε.
Μετά βγήκε και το οικονομικό, που εκεί μπερδεύτηκαν όλα περισσότερο. Εγώ νόμιζα ότι το διαμέρισμά της στο Περιστέρι απλώς το κρατάνε κλειστό μέχρι να δουν τι θα κάνουν. Τελικά έμαθα τυχαία ότι ο άντρας μου το είχε βάλει για ενοικίαση από τον χειμώνα, και τα λεφτά έμπαιναν σε λογαριασμό που είχε μαζί με τη μητέρα του. Όχι τεράστια λεφτά, αλλά χρήματα ήταν. Και εγώ δεν το ήξερα.
Όταν το ανακάλυψα, έγινε χαμός.
«Γιατί δεν μου το είπες;»
«Γιατί ήξερα πώς θα το πάρεις.»
«Και πώς να το πάρω; Η μητέρα σου μένει μόνιμα εδώ, εγώ έχω χάσει το σπίτι μου όπως το ήξερα, και εσείς έχετε νοικιάσει το δικό της χωρίς καν να το συζητήσουμε;»
Η πεθερά μου πετάχτηκε από την κουζίνα και είπε, «το σπίτι μου είναι, τι να συζητήσεις εσύ;»
Και εκεί νομίζω έσπασα.
Της είπα, «να το χαίρεστε το σπίτι σας τότε, αλλά εγώ εδώ μέσα δεν υπάρχω πια». Το είπα και το μετάνιωσα αμέσως, γιατί ήταν προσβλητικό. Εκείνη άρχισε να κλαίει, ο άντρας μου νευρίασε, το παιδί κλείστηκε στο δωμάτιό του.
Το ίδιο βράδυ, ο άντρας μου μου είπε κάτι που δεν ήξερα. Ότι η πεθερά μου δεν ήθελε να μείνει μαζί μας τόσο πολύ στην αρχή, αλλά εκείνος την πίεσε γιατί φοβόταν μην ξαναπέσει και τρέχουμε σε νοσοκομεία. Και ότι το ενοίκιο από το διαμέρισμα το κρατούσαν γιατί πλήρωναν ένα παλιό δάνειο του πατέρα του που έμεινε πίσω όταν πέθανε. Δεν μου το είχε πει, λέει, γιατί ντρεπόταν. Και η πεθερά μου, από ό,τι κατάλαβα, ντρέπεται κι εκείνη που εξαρτάται από εμάς πιο πολύ απ’ όσο δείχνει.
Αυτό δεν έσβησε όσα έγιναν. Αλλά ξαφνικά δεν ήταν τόσο απλό όσο το είχα κάνει στο κεφάλι μου.
Πριν τρεις μέρες κάτσαμε πρώτη φορά και οι τρεις χωρίς φωνές. Είπα ότι εγώ δεν αντέχω άλλο να μην έχω ιδιωτικότητα και ότι αν συνεχιστεί έτσι, θα φύγω εγώ για λίγο στη μητέρα μου γιατί έχω φτάσει στα όριά μου. Ο άντρας μου είπε ότι το ακούει σαν απειλή, αλλά παραδέχτηκε ότι με άφησε μόνη μέσα σε όλο αυτό. Η πεθερά μου είπε, «αν σας βαραίνω, να πάω σε ένα ισόγειο νοικιασμένο κοντά σας». Και εκεί πάλι ένιωσα ενοχές, γιατί με τον πληθωρισμό, τα νοίκια, τα φάρμακα, ποιος θα το σηκώσει όλο αυτό;
Τελικά συμφωνήσαμε να ψάξουμε λύση, ίσως μια μικρή γκαρσονιέρα στην περιοχή ή να δούμε και το “Βοήθεια στο Σπίτι” του δήμου, μήπως μπορεί να ξαναμείνει πιο ανεξάρτητα. Αλλά τίποτα δεν έχει κλείσει ακόμα. Και μέχρι να κλείσει, συνεχίζουμε όλοι μαζί, προσεκτικά, σαν να περπατάμε πάνω σε σπασμένα γυαλιά.
Δεν ξέρω αν είμαι άδικη ή απλώς καθυστέρησα πολύ να βάλω όρια και τώρα όλα βγαίνουν άσχημα. Ξέρω μόνο ότι αγαπάω την οικογένειά μου, αλλά έχω αρχίσει να μην αναγνωρίζω τον εαυτό μου μέσα σε αυτό το σπίτι. Εσείς τι λέτε; Από ποιο σημείο και μετά η φροντίδα στους δικούς σου γίνεται προδοσία προς τον ίδιο σου τον εαυτό;