«Μου έλεγε πως με προστάτευε, αλλά κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν αποφάσιζα ούτε για τη ζωή μου»
Την περασμένη Τρίτη άνοιξα το ψυγείο και βρήκα μέσα ένα τάπερ με γεμιστά, ένα γιαούρτι ληγμένο από τον Ιανουάριο και ένα χαρτί κολλημένο με μαγνητάκι.
«Πάρε με πριν κλείσεις κάτι με τον Γιώργο για δουλειά. Μην κάνεις πάλι βλακεία. Σ.»
Το χαρτί το είχε αφήσει ο αδελφός μου, ο Στέλιος. Έχει αντικλείδι, γιατί το σπίτι είναι μισό δικό του και μισό δικό μου. Το πήραμε όταν πέθανε η μάνα μας, ένα παλιό δυάρι στα Πατήσια, στον τρίτο χωρίς ασανσέρ. Εγώ μένω εδώ σχεδόν δύο χρόνια. Δεν πληρώνω νοίκι. Αυτό είναι το βασικό πράγμα που μου θυμίζει ο Στέλιος κάθε φορά που διαφωνούμε.
Είμαι 44 χρονών και ντρέπομαι που το γράφω έτσι, αλλά για ένα διάστημα δεν είχα ούτε για λογαριασμό κινητού. Δούλευα δεκαπέντε χρόνια σε εταιρεία με ανταλλακτικά αυτοκινήτων, αποθήκη κυρίως, παραλαβές, φορτώσεις, χαρτιά. Δεν έβγαζα τρελά λεφτά, αλλά στεκόμουν. Είχα και μια μικρή καταναλωτική κάρτα, είχα πάρει μηχανάκι με δόσεις, κάτι επισκευές που έκανα όταν ακόμα έμενα με τη Μαρία.
Με τη Μαρία χωρίσαμε ήσυχα, όσο ήσυχα γίνεται ένας χωρισμός. Δεν είχαμε παιδιά. Εκείνη ήθελε να προχωρήσει, να βρούμε κάτι μεγαλύτερο, να κάνουμε σχέδια. Εγώ όλο έλεγα «να δούμε λίγο τη δουλειά πρώτα». Μετά η εταιρεία άρχισε να κόβει κόσμο. Τελικά βρέθηκα εκτός, με μια αποζημίωση που δεν έφτασε όσο νόμιζα και με χρέη που μέχρι τότε απλώς τα έσπρωχνα για τον επόμενο μήνα.
Ο Στέλιος τότε με βοήθησε. Δεν μπορώ να το αρνηθώ ούτε θέλω. Πλήρωσε δύο δόσεις που χρωστούσα, μίλησε με έναν γνωστό του για να κάνω μεροκάματα σε μεταφορές, μου είπε να πάω στο παλιό σπίτι μέχρι να συνέλθω.
«Μη δίνεις λεφτά σε νοίκια τώρα. Κάτσε εκεί, μάζεψε το κεφάλι σου και βλέπουμε», μου είχε πει.
Εγώ τότε σχεδόν έκλαιγα από ανακούφιση. Δεν το έδειξα βέβαια. Του είπα ένα ξερό «εντάξει, ευχαριστώ». Αλλά το βράδυ κοιμήθηκα για πρώτη φορά μετά από εβδομάδες χωρίς να κοιτάω το κινητό μήπως χτυπήσει από κάποια τράπεζα ή από τον ιδιοκτήτη του σπιτιού που έμενα τότε.
Στην αρχή ο Στέλιος απλώς ρωτούσε αν έψαξα δουλειά. Μετά άρχισε να μου στέλνει αγγελίες. Μετά μου έλεγε σε ποιες να μην απαντήσω.
«Κούριερ; Με τέτοια μηχανάκια θα σκοτωθείς και θα μου μείνεις και χρεωμένος.»
«Αποθήκη στον Ασπρόπυργο; Θα δίνεις τα μισά σε βενζίνες.»
«Εστίαση; Στα 44 σου θα σε έχουν όρθιο δώδεκα ώρες και θα σου λένε κι ευχαριστώ.»
Δεν είχε πάντα άδικο. Αυτό είναι που με μπέρδευε περισσότερο. Ο Στέλιος είναι άνθρωπος της ασφάλειας. Δουλεύει χρόνια σε ασφαλιστική, έχει δικό του σπίτι στο Περιστέρι, δύο παιδιά που πάνε γυμνάσιο, δάνειο, πρόγραμμα, όλα υπολογισμένα. Αν σου πει ότι κάτι δεν βγαίνει, το έχει βάλει κάτω με αριθμούς.
Μόνο που εγώ δεν ήμουν αριθμός. Ή τουλάχιστον δεν ήθελα να είμαι.
Όταν βρήκα δουλειά σε μια αποθήκη ηλεκτρονικού εμπορίου, με σύμβαση ορισμένου χρόνου, μου είπε να μην την πάρω. Τα λεφτά ήταν λίγα, όντως. Αλλά ήταν κοντά, πέντε μέρες τη βδομάδα, και υπήρχε πιθανότητα να με κρατούσαν.
Πήγα έτσι κι αλλιώς.
Για τρεις μήνες δεν μου μιλούσε κανονικά. Ερχόταν στο σπίτι, κοιτούσε αν είχα πληρώσει ΔΕΗ, μου έκανε παρατήρηση επειδή πήρα έναν καφέ απ’ έξω, λες και του έκλεβα από την τσέπη. Μια φορά είδε μια σακούλα από σουβλατζίδικο και μου είπε: «Μετά λες δεν σου μένουν. Αν δεν μπορείς να κρατήσεις είκοσι ευρώ, πώς θα σταθείς;»
Του απάντησα άσχημα. Του είπα ότι δεν του ζήτησα να μου ελέγχει το στομάχι.
Εκείνος κοκκίνισε και μου είπε: «Όταν θα βρεθείς πάλι στον δρόμο, μη με πάρεις τηλέφωνο.»
Το χειρότερο είναι ότι φοβήθηκα. Όχι επειδή πίστευα ότι θα με έδιωχνε εκείνη τη στιγμή. Αλλά επειδή ήξερα πως μπορούσε. Το σπίτι είναι κοινό, όμως εκείνος πληρώνει τον ΕΝΦΙΑ, εκείνος είχε βάλει χρήματα όταν άλλαξε ο θερμοσίφωνας, εκείνος έχει τα χαρτιά τακτοποιημένα. Εγώ νιώθω σαν να κατοικώ προσωρινά σε μια ζωή που κάποιος άλλος μπορεί να κλείσει με ένα κλειδί.
Η δουλειά στην αποθήκη τελείωσε. Δεν με κράτησαν. Δεν ήταν προσωπικό, είπαν, έκοψαν αρκετούς. Για δύο μήνες έκανα ό,τι έβρισκα: μετακομίσεις, λίγα μεροκάματα σε συνεργείο ενός γνωστού, διανομές με το μηχανάκι. Ο Στέλιος δεν είπε «σου τα έλεγα», που ίσως θα ήταν πιο εύκολο. Ήρθε με σακούλες από το σούπερ μάρκετ και άρχισε να φτιάχνει λίστα στον πάγκο της κουζίνας.
Ρεύμα. Κοινόχρηστα. Δόση κάρτας. Τηλέφωνο.
«Από δω και πέρα θα τα οργανώσουμε αλλιώς», είπε. «Θα μου λες τι μπαίνει και τι βγαίνει. Γιατί μόνος σου δεν το έχεις.»
Δεν φώναξα. Κάθισα απέναντί του και κοίταζα το στυλό του, αυτό το ασημί που το γυρνάει στα δάχτυλα όταν αγχώνεται. Μου πέρασε από το μυαλό ότι ίσως είχε δίκιο. Ίσως πραγματικά δεν το έχω. Είχα κάνει βλακείες. Είχα αφήσει λογαριασμούς, είχα αρνηθεί δουλειές επειδή δεν μου άρεσαν, είχα πει ψέματα στη Μαρία ότι όλα πάνε καλά.
Αλλά εκείνη τη στιγμή ένιωσα να μικραίνω. Σαν να έπρεπε να του δώσω αναφορά για να δικαιούμαι να υπάρχω στο σπίτι της μάνας μου.
Ο Γιώργος, που είναι παλιός συνάδελφος, μου πρότεινε τώρα να πάμε μαζί σε μια μικρή εταιρεία στη Μάνδρα. Θέλει άνθρωπο για αποθήκη και δρομολόγια. Τα χρήματα είναι καλύτερα απ’ ό,τι έβρισκα εδώ, αλλά η δουλειά είναι με μπλοκάκι στην αρχή και θέλει να βρω δωμάτιο κοντά, γιατί οι ώρες είναι περίεργες. Ένα δωμάτιο σε σπίτι με άλλον άνθρωπο, όχι κάτι σπουδαίο. Θα φύγω από το σπίτι και, πρακτικά, θα μείνω χωρίς δίχτυ.
Ο Στέλιος λέει ότι είναι παγίδα. Μπορεί να είναι. Λέει ότι θα ξαναχρεωθώ, ότι ο Γιώργος απλώς ψάχνει συνέταιρο στη δυστυχία του, ότι δεν πετάς μια στέγη για μια υπόσχεση.
Ίσως να το λέει από αγάπη. Ξέρω ότι το λέει και από φόβο. Ο πατέρας μας είχε αφήσει χρέη, η μάνα μας πάλευε χρόνια με λογαριασμούς, και ο Στέλιος ήταν πάντα εκείνος που κρατούσε τα πράγματα να μη διαλυθούν.
Αλλά δεν μπορώ άλλο να ζω σαν να περιμένω άδεια για το επόμενο βήμα μου.
Δεν τον πήρα ακόμα τηλέφωνο για το χαρτί στο ψυγείο. Έστειλα μόνο στον Γιώργο ότι θέλω δύο μέρες να το σκεφτώ. Σήμερα το πρωί κατέβασα μια κούτα από την αποθήκη και άρχισα να πετάω παλιά πράγματα: αποδείξεις, χαλασμένα καλώδια, κάτι φωτογραφίες που δεν ήξερα καν ότι είχα κρατήσει.
Δεν έχω αποφασίσει αν θα φύγω. Έχω όμως βάλει στην άκρη τα χαρτιά μου, την ταυτότητα, το δίπλωμα και λίγα ρούχα σε ένα σακίδιο. Όχι για να κάνω σκηνή. Απλώς για να μην ψάχνω τελευταία στιγμή, αν τελικά χρειαστεί να διαλέξω μόνος μου.