«Πούλησες το πατρικό χωρίς να το νιώσεις;» μου είπε η αδερφή μου — κι από εκείνη τη μέρα δεν ξέρω αν έσωσα το αύριο ή αν γκρέμισα ό,τι μας κρατούσε δεμένους 😔🏠
«Αν βάλεις υπογραφή, να ξέρεις ότι για μένα τελείωσε», μου είπε η αδερφή μου μέσα στο συμβολαιογραφείο και το είπε τόσο σιγά που πόνεσε πιο πολύ. Ο συμβολαιογράφος έκανε ότι κοιτούσε τα χαρτιά. Ο άντρας μου δίπλα μου έσφιγγε τα χείλη. Κι εγώ καθόμουν με το στυλό στο χέρι και ένιωθα σαν να είχα φτάσει εκεί σπρώχνοντας μόνη μου τα πράγματα μέχρι τον γκρεμό.
Το σπίτι ήταν το πατρικό μας, σε χωριό έξω από τη Λαμία. Άδειο τα τελευταία χρόνια, με υγρασίες, σπασμένα παντζούρια, ΕΝΦΙΑ να τρέχει, λογαριασμό ρεύματος να έρχεται έστω και με ελάχιστη κατανάλωση, και κάθε τόσο κάποια ζημιά. Στην αρχή λέγαμε «θα το φτιάξουμε σιγά σιγά». Μετά λέγαμε «να περάσει το καλοκαίρι». Μετά «να δούμε τι θα γίνει με τα παιδιά». Και τελικά δεν κάναμε τίποτα.
Εγώ μένω Αθήνα, νοίκι, δύο παιδιά, ο άντρας μου στον ιδιωτικό τομέα με μισθό που μία είναι, μία δεν είναι. Εγώ δουλεύω part-time σε φαρμακείο και ό,τι βγάζω πάει σχεδόν ολόκληρο σε φροντιστήρια, σούπερ μάρκετ και κάτι έκτακτα που πάντα βγαίνουν. Είχαμε και μια δόση που τρέχει από παλιότερο καταναλωτικό, από τότε που κάναμε την κουζίνα και νομίζαμε ότι θα τα ισιώσουμε εύκολα. Δεν τα ισιώσαμε.
Η αδερφή μου είναι Θεσσαλονίκη. Δεν είναι ότι ζει άνετα. Αλλά δεν έχει παιδιά και βλέπει αλλιώς το σπίτι. Για εκείνη ήταν «η ρίζα μας». Για μένα, αν είμαι ειλικρινής, είχε αρχίσει να γίνεται βάρος. Και μόνο που το λέω ντρέπομαι.
Το θέμα είναι ότι εγώ το προχώρησα πίσω από την πλάτη της πιο πολύ απ’ όσο έπρεπε. Αυτό είναι η αλήθεια. Δεν το έκρυψα τελείως, αλλά κάθε φορά που μου έλεγε «μη βιάζεσαι», εγώ έκανα ήδη το επόμενο βήμα. Μίλησα με μεσίτη στο χωριό. Πήρα βεβαιώσεις. Πλήρωσα μηχανικό για κάτι χαρτιά που έλειπαν. Έλεγα μέσα μου «αν βρεθεί σοβαρός αγοραστής, θα το συζητήσουμε τότε». Σαν να μην ήξερα ότι έτσι την έβαζα προ τετελεσμένων.
Όταν βρέθηκε αγοραστής, ήταν ένας άνθρωπος από τη Λαμία που ήθελε να το κάνει μόνιμη κατοικία για τους γονείς του. Δεν έδινε πολλά, αλλά με την κατάσταση του σπιτιού και της αγοράς εκεί, όλοι μου έλεγαν ότι ήταν καλή περίπτωση. Και ο λογιστής είπε ξεκάθαρα: «Αν δεν το δώσετε τώρα, σε λίγο θα θέλει κι άλλα λεφτά μόνο για να στέκεται». Ο άντρας μου μου είπε: «Δεν μπορούμε να πληρώνουμε για ένα σπίτι που δεν μπαίνουμε ούτε Πάσχα». Η πεθερά μου βέβαια το πήγε αλλού: «Το πατρικό δεν πουλιέται». Εύκολο να το λες όταν δεν πληρώνεις εσύ.
Η αδερφή μου όμως δεν αντιδρούσε μόνο από συναίσθημα, όπως έλεγα στην αρχή για να πείσω τον εαυτό μου. Αυτό το κατάλαβα αργά. Μου είπε: «Δεν είναι τοίχοι μόνο. Εκεί νιώθω ότι έχω ακόμα κάπου να πάω». Της είπα νευριασμένη: «Και πότε πήγες τελευταία φορά; Τρία καλοκαίρια πριν;». Και μου απάντησε: «Ναι, αλλά ήξερα ότι υπάρχει». Εκεί δεν είχα τι να πω.
Μετά βγήκαν κι άλλα στη φόρα. Μου πέταξε ότι από τότε που πέθανε η μητέρα μας, εγώ αποφασίζω σαν να είμαι η μεγάλη αρχή και ότι πάντα μιλάω με αριθμούς. Της είπα ότι εκείνη μιλάει με αναμνήσεις επειδή δεν τρέχει κάθε μήνα να βγάλει τα έξοδα. Με κοίταξε και μου είπε: «Μην το γυρνάς στα παιδιά κάθε φορά. Δεν σου είπα εγώ να πάρεις δάνειο, ούτε να κάνεις ανακαίνιση στο νοίκι». Και εκεί θόλωσα, γιατί είχε και άδικο και δίκιο μαζί.
Γιατί ναι, εγώ έκανα κινήσεις που μας πίεσαν. Και ναι, τον τελευταίο χρόνο είχα αρχίσει να βλέπω το μερίδιό μου από την πώληση σαν λύση. Όχι για πολυτέλειες. Για να κλείσουμε τρύπες, να πάρουμε μια ανάσα, να μην τρέμω κάθε φορά που ανοίγω e-banking. Αυτό όμως δεν το είχα πει καθαρά. Έλεγα γενικά «δεν βγαίνουμε», αλλά δεν της είχα πει πόσο στριμωγμένα ήμασταν. Από περηφάνια μάλλον. Ή από φόβο ότι θα νομίσει πως θέλω να ξεφορτωθώ το σπίτι για μένα.
Λίγες μέρες πριν τα συμβόλαια, η αδερφή μου πρότεινε να μου δίνει κάθε μήνα ένα ποσό για τα έξοδα του σπιτιού μέχρι να το αποφασίσουμε καλύτερα. Αλλά τότε είχαν ήδη προχωρήσει όλα, και εγώ αντί να το παραδεχτώ, της είπα «τώρα είναι αργά». Μου είπε: «Αργά το έκανες εσύ». Δεν φώναξε. Αυτό με πείραξε πιο πολύ.
Στο συμβολαιογραφείο πήγε τελικά, γιατί δεν ήθελε να μείνει το θέμα στον αέρα και να τρέχουμε κι άλλο. Υπέγραψε κι εκείνη, αλλά πριν, μου είπε αυτό το «τελείωσε». Δεν εννοούσε ότι δεν θα μου ξαναμιλήσει ποτέ. Το κατάλαβα. Εννοούσε ότι κάτι ανάμεσά μας έσπασε εκείνη τη στιγμή.
Μετά πήγαμε για καφέ, από συνήθεια σχεδόν. Καθόμασταν σαν ξένες. Κάποια στιγμή μου είπε: «Ξέρεις τι με πονάει; Όχι ότι πουλήθηκε. Ότι δεν με άφησες να το αποχαιρετήσω». Εκεί λύγισα λίγο, γιατί είχε δίκιο. Εγώ είχα μπει τόσο στο πρακτικό, στα χαρτιά, στις υποχρεώσεις, στο να τελειώνει, που δεν άφησα χώρο σε τίποτα άλλο. Ούτε σε εκείνη, ούτε σε μένα.
Πέρασαν δυο μήνες. Τα λεφτά έφυγαν σχεδόν όπως ήρθαν. Κλείσαμε υποχρεώσεις, πληρώσαμε δόσεις, κάναμε μια μικρή ρύθμιση, πήραμε ανάσα αλλά όχι θαύματα. Η αδερφή μου μου μιλάει τυπικά. Στέλνει για τα απαραίτητα, για κανένα χαρτί, για καμιά γιορτή. Προχτές πέρασα τυχαία από ένα παλιό κουτί που είχα φέρει από το σπίτι και βρήκα μέσα κλειδιά, μια απόδειξη από μίνι μάρκετ του χωριού και ένα σημείωμα της μητέρας μου για ψώνια. Κάθισα στην κουζίνα και έκλαψα σαν χαζή. Ο άντρας μου είπε «μην το κάνεις στον εαυτό σου αυτό, δεν είχες επιλογή». Αλλά νομίζω είχα επιλογές, απλώς δεν είχα κουράγιο για πιο δύσκολη κουβέντα και πήγα στη γρήγορη λύση.
Δεν ξέρω αν έκανα το σωστό ή αν απλώς έκανα το αναγκαίο με λάθος τρόπο. Εσείς τι λέτε; Όταν ένα πατρικό σε κρατάει δεμένο με το παρελθόν αλλά σου τρώει το παρόν, το πουλάς ή παλεύεις να το κρατήσεις όσο πάει;