«Στο πρώτο μου παιδί ένιωθα πως δεν υπήρχε χώρος ούτε για τη δική μου ανάσα»

Δεν θα ξεχάσω τη μέρα που γύρισα από τον πρώτο μεγάλο υπέρηχο και βρήκα στο σαλόνι του σπιτιού μας τρεις σακούλες με βρεφικά ρούχα, μια λίστα με ονόματα κολλημένη στο ψυγείο και τη Βάσω, την πεθερά μου, να μετράει το δωμάτιο που είχαμε αποφασίσει να κάνουμε παιδικό.

«Εδώ θα μπει η κούνια, όχι κάτω από το παράθυρο. Τραβάει», μου είπε χωρίς καν να σηκώσει το βλέμμα της.

Εγώ στεκόμουν ακόμα με το φάκελο του γιατρού στο χέρι. Είχα περάσει όλο το πρωί στην κλινική, είχα αγχωθεί μέχρι να ακούσω την καρδιά του μωρού, είχα συγκινηθεί, είχα πει στον εαυτό μου ότι απόψε θα το γιορτάζαμε οι δυο μας με τον Πέτρο. Και ξαφνικά ένιωσα σαν επισκέπτρια στο ίδιο μου το σπίτι.

Δεν είπα τίποτα τότε. Έβαλα νερό να βράσει για καφέ, ενώ η Βάσω συνέχιζε να εξηγεί ότι η γειτόνισσά της είχε δώσει σχεδόν καινούρια φορμάκια και πως «δεν χρειάζονται πολυτέλειες τώρα». Ο Πέτρος γύρισε αργότερα από τη δουλειά, φίλησε τη μητέρα του, είδε τις σακούλες και είπε μόνο:

«Καλά έκανε η μάνα μου, θα γλιτώσουμε έξοδα.»

Και ήταν αλήθεια. Αυτό ήταν το χειρότερο. Δεν μπορούσα να πω ότι δεν είχε δίκιο.

Εγώ δουλεύω σε φαρμακείο, με ωράρια που αλλάζουν συνέχεια, και ο Πέτρος είναι ηλεκτρολόγος. Δεν είμαστε άνθρωποι που μας περισσεύουν. Με την εγκυμοσύνη είχαμε ήδη αρχίσει να μετράμε τα πάντα. Τις εξετάσεις, τα φάρμακα, τις μετακινήσεις, τις επισκέψεις στην ιδιώτη γυναικολόγο που είχα διαλέξει επειδή φοβόμουν να μπλέξω με αναμονές και αβεβαιότητα. Μπορεί να υπήρχε η δυνατότητα για δημόσιο νοσοκομείο, αλλά εγώ ήθελα να νιώθω ότι μπορώ να πάρω έναν άνθρωπο τηλέφωνο όταν πανικοβάλλομαι στις έντεκα το βράδυ.

Η Βάσω το ήξερε. Μας είχε δώσει χρήματα για δύο επισκέψεις χωρίς να το κάνει θέμα. Είχε φέρει φαγητά όταν είχα αναγούλες. Είχε βρει γνωστή της που πουλούσε καρότσι σχεδόν αχρησιμοποίητο. Δεν ήταν κακή γυναίκα. Αν ήταν, ίσως να ήταν πιο εύκολο να θυμώσω.

Αλλά μετά άρχισαν τα μικρά.

Με έπαιρνε κάθε πρωί πριν φύγω για τη δουλειά.

«Έφαγες αυγό;»

«Μην πίνεις καφέ, έστω κι αν σου είπε η γιατρός έναν.»

«Γιατί πήγες με τα πόδια μέχρι τη στάση;»

Αν δεν απαντούσα, έπαιρνε τον Πέτρο.

«Η Μαρία είναι καλά; Δεν τη σηκώνεις λίγο να ξεκουράζεται;»

Στην αρχή ο Πέτρος γελούσε. «Έτσι είναι η μάνα μου. Αγχώνεται.» Μετά, όταν άρχισα να εκνευρίζομαι, μου έλεγε το ίδιο πράγμα με πιο κουρασμένη φωνή.

«Κάνε λίγη υπομονή, μωρέ Μαρία. Πρώτο εγγόνι είναι. Θα της περάσει.»

Δεν της περνούσε. Αντίθετα, όσο προχωρούσε η εγκυμοσύνη, τόσο έμπαινε σε όλα. Ρώτησε τη γιατρό μου, μπροστά μου, αν σκοπεύω να γεννήσω με καισαρική «για να μην ταλαιπωρηθεί το παιδί». Πήρε μόνη της τηλέφωνο σε μια μαία που της είχαν προτείνει. Μου έφερε φυλλάδια για θηλασμό και μου είπε ότι αν δεν θηλάσω έξι μήνες, «τουλάχιστον να μην το πω πολύ έξω, γιατί ο κόσμος λέει».

Το αποκορύφωμα ήταν ένα Σάββατο. Είχαμε πει να πάμε στο ΙΚΕΑ να κοιτάξουμε έπιπλα. Ο Πέτρος είχε κρατήσει τη μέρα ελεύθερη, πράγμα σπάνιο. Στις δέκα το πρωί χτύπησε το κουδούνι. Η Βάσω είχε έρθει με τον αδερφό της και ένα βαν.

«Βρήκαμε μια κούνια από την ξαδέρφη σου τη Στέλλα. Είναι ξύλινη, μια χαρά. Τι να δίνετε λεφτά;»

Η κούνια ήταν τεράστια, σκούρα καφέ, με κάγκελα που έτριζαν. Δεν χωρούσε καν στο δωμάτιο όπως το είχαμε στο μυαλό μας. Κοίταξα τον Πέτρο. Περίμενα να πει κάτι. Έστω ότι θα το σκεφτούμε.

Εκείνος έπιασε τη μία άκρη της κούνιας και είπε: «Άντε, να τη βάλουμε μέσα.»

Θυμάμαι ότι πήγα στο μπάνιο και έκλεισα την πόρτα. Δεν έκλαψα αμέσως. Κοίταζα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και ένιωθα ντροπή που με είχε διαλύσει μια κούνια. Μετά έκλαψα τόσο σιωπηλά, για να μη με ακούσουν, που μου έπιασε πονοκέφαλος.

Το βράδυ τσακώθηκα με τον Πέτρο. Του είπα ότι δεν είναι η κούνια, είναι ότι κανείς δεν με ρωτάει τί θέλω. Ότι όλοι μιλάνε για το μωρό σαν να είναι κοινό οικογενειακό σχέδιο και εγώ απλώς το κουβαλάω.

«Υπερβάλλεις», είπε αρχικά. Μετά είδε ότι δεν σταματούσα να κλαίω και μαλάκωσε. «Δεν θέλω να τσακώνομαι με τη μάνα μου τώρα. Είναι μόνη της από τότε που πέθανε ο πατέρας μου. Κι έχει βοηθήσει πολύ.»

Αυτό με πόνεσε, γιατί το καταλάβαινα. Η Βάσω είχε μείνει χήρα στα πενήντα οκτώ της. Ο Πέτρος ήταν ο μοναχογιός της. Ίσως το μωρό να ήταν για εκείνη μια υπόσχεση ότι η ζωή της θα γέμιζε ξανά. Αλλά εγώ δεν μπορούσα να γίνω το μέσο για να νιώσει εκείνη απαραίτητη.

Δεν της μίλησα για τρεις μέρες. Όχι επίτηδες. Απλώς κάθε φορά που ετοίμαζα μήνυμα, το έσβηνα. Φοβόμουν ότι αν την έπαιρνα τηλέφωνο, θα έλεγα πράγματα άσχημα. Οπότε έγραψα ένα γράμμα. Με στυλό, σε δύο σελίδες από ένα τετράδιο που είχα στο συρτάρι.

Της έγραψα ότι είμαι ευγνώμων για τη βοήθειά της και ότι δεν ξεχνάω ούτε τα χρήματα ούτε τα φαγητά ούτε το ενδιαφέρον της. Της έγραψα όμως και ότι με πνίγει. Ότι θέλω να με ρωτάει πριν αγοράσει κάτι ή πριν κανονίσει κάτι για το παιδί μας. Ότι οι αποφάσεις για τον τοκετό, το δωμάτιο, το τάισμα και οτιδήποτε άλλο αφορούν πρώτα εμένα και τον Πέτρο.

Έγραψα επίσης κάτι που μετάνιωσα μόλις το διάβασα: «Δεν θέλω το παιδί μου να μεγαλώσει πιστεύοντας ότι η μαμά του δεν ξέρει να αποφασίζει.» Δεν το έσβησα.

Της το έδωσα όταν ήρθε για καφέ. Δεν έκανα εισαγωγές. Της είπα μόνο: «Δεν μπορώ να το πω σωστά χωρίς να κλάψω. Διάβασέ το όταν φύγεις.»

Δεν με πήρε τηλέφωνο εκείνο το βράδυ. Ούτε την επόμενη μέρα. Ο Πέτρος ήταν εκνευρισμένος, όχι μαζί μου ακριβώς, αλλά με όλη την αμηχανία. «Τι της έγραψες;» με ρώτησε. Του είπα να μην το κάνει θέμα, κι εκείνος είπε ότι ήδη είχε γίνει θέμα.

Την τρίτη μέρα, η Βάσω ήρθε χωρίς σακούλες, χωρίς συμβουλές, χωρίς καν να βγάλει το παλτό της. Κάθισε στην άκρη του καναπέ και είχε κόκκινα μάτια.

«Δεν ήξερα ότι σε έκανα να νιώθεις έτσι», μου είπε.

Δεν είπε ότι είχα δίκιο σε όλα. Μου είπε πως τρόμαξε όταν έμαθε για την εγκυμοσύνη, επειδή θυμήθηκε τον δικό της δύσκολο τοκετό. Μου είπε ότι νόμιζε πως, αν είχε τα πάντα έτοιμα, θα μας προστάτευε από τα έξοδα και το άγχος. Και μετά, σχεδόν ψιθυριστά, είπε: «Μάλλον φοβήθηκα κι εγώ ότι δεν θα με χρειάζεστε.»

Της είπα ότι θα τη χρειαζόμαστε, αλλά όχι με αυτόν τον τρόπο. Δεν ήταν μια μαγική κουβέντα. Ούτε αγκαλιαστήκαμε σαν σε σειρά. Κάτσαμε λίγο αμήχανα, ακούγαμε το ψυγείο να βουίζει, και ο Πέτρος έφτιαχνε καφέδες στην κουζίνα χωρίς να μιλάει.

Από τότε έχουμε βάλει μερικά πράγματα σε τάξη. Πριν αγοράσει κάτι, με ρωτάει. Δεν έρχεται πια απροειδοποίητα. Ο Πέτρος, μετά από εκείνο το γράμμα, άρχισε επιτέλους να λέει στη μητέρα του «θα το δούμε εμείς» χωρίς να με κοιτάει σαν να του χρωστάω χάρη.

Δεν είναι όλα εύκολα. Την περασμένη εβδομάδα μου έστειλε μήνυμα με τρία διαφορετικά μπιμπερό και τη φράση «πάρε αυτά, είναι τα καλύτερα». Έκλεισα το κινητό για μία ώρα πριν της απαντήσω.

Τελικά της έγραψα: «Θα τα κοιτάξω με τον Πέτρο και θα σου πω. Ευχαριστώ.»

Ήταν μια μικρή πρόταση. Για μένα, όμως, ήταν η πρώτη φορά που δεν ένιωσα ότι έπρεπε να απολογηθώ επειδή είμαι η μητέρα του παιδιού μου.