Με πέταξαν από το ίδιο μου το σπίτι για να έχουν «την ησυχία τους» — κι ακόμα δεν ξέρω αν μπορώ να συγχωρήσω τον γιο μου
«Μαμά, δεν γίνεται άλλο έτσι», άκουσα τον Στέλιο να λέει χαμηλόφωνα πίσω από τη μισόκλειστη πόρτα της κουζίνας. «Πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να έχουμε λίγη ιδιωτικότητα». Και μετά η φωνή της Μάγδας, κοφτή, ψυχρή, σαν να μιλούσε για έπιπλο και όχι για άνθρωπο: «Αν δεν της το πεις εσύ, θα της το πω εγώ». Έμεινα ακίνητη στον διάδρομο με το πιάτο στο χέρι. Τα δάχτυλά μου έτρεμαν τόσο που παραλίγο να μου πέσει κάτω. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως στο σπίτι όπου είχα βάλει τις οικονομίες μου, τον κόπο μου, τα πάντα μου, ήμουν πια βάρος.
Μένω με τον γιο μου και τη γυναίκα του εδώ και δυόμισι χρόνια. Όταν πέθανε ο άντρας μου, ο Παναγιώτης, πούλησα το μικρό μας διαμέρισμα στο Αιγάλεω και έβαλα τα χρήματα για να πάρουμε ένα μεγαλύτερο σπίτι στο Περιστέρι. «Να είμαστε όλοι μαζί, μάνα», μου είχε πει ο Στέλιος τότε. «Και να βοηθάς κι εσύ λίγο όταν κάνουμε παιδί». Το πίστεψα. Όχι λίγο. Το πίστεψα με όλη μου την καρδιά.
Στην αρχή, η Μάγδα ήταν γλυκιά. Λίγο απόμακρη, αλλά ευγενική. Μετά άρχισαν τα μικρά. Πολύ μικρά, σχεδόν γελοία αν τα πω τώρα. «Λίντα, μην αφήνεις το ποτήρι εκεί». «Λίντα, στην κατσαρόλα αυτή κολλάει το φαγητό». «Λίντα, το μπάνιο θέλει πιο συχνά σφουγγάρισμα». Όλα με εκείνο το χαμόγελο που δεν ήταν χαμόγελο. Σαν να μου έκανε παρατήρηση υπάλληλος τράπεζας.
Εγώ κατάπινα. Έλεγα, νέο κορίτσι είναι, έχει τα νεύρα της, δουλεύει, πιέζεται. Μαγείρευα, καθάριζα, πλήρωνα λογαριασμούς όποτε έλειπαν στενά τα πράγματα, κρατούσα το σπίτι ζωντανό. Ο Στέλιος όμως… τίποτα. Αν έβλεπε την ένταση, έκανε πως δεν την έβλεπε. Άνοιγε την τηλεόραση, κοίταζε το κινητό, έλεγε ένα ξερό «έλα μωρέ, μην το τραβάτε» και τελείωνε εκεί.
Το χειρότερο δεν ήταν οι φωνές. Ήταν αυτά τα μικρά καθημερινά τσιμπήματα που σε διαλύουν σιγά σιγά. Να μπαίνω στην κουζίνα και να σταματά η κουβέντα. Να λείπουν και να κλειδώνουν το ντουλάπι του δωματίου τους λες και θα τους έψαχνα τα πράγματα. Να κάνει η Μάγδα παρατήρηση για το πόσο ρεύμα καίω επειδή βλέπω τηλεόραση το απόγευμα. Στο σπίτι που είχα πληρώσει το μισό.
Μια Κυριακή, πάνω στο τραπέζι, μπροστά στις φακές και στη σαλάτα, πέταξε τη φράση σαν να μιλούσε για τον καιρό.
«Κάποια στιγμή πρέπει να δούμε τι θα γίνει με τη διαρρύθμιση του σπιτιού. Δεν γίνεται τρεις ενήλικες για πάντα έτσι».
Την κοίταξα.
«Τι εννοείς, Μάγδα;»
Σήκωσε τους ώμους.
«Ε, να… ένα ζευγάρι χρειάζεται τον χώρο του. Είναι λογικό».
Ο Στέλιος δεν σήκωσε καν τα μάτια από το πιάτο.
«Στέλιο;» είπα. «Μίλα».
Εκείνος αναστέναξε. «Μάνα, μην το κάνουμε θέμα. Απλώς λέμε ότι ίσως θα ήταν καλύτερα να μείνεις για ένα διάστημα στη θεία Κατερίνα. Μέχρι να οργανωθούμε».
Νόμιζα ότι κάποιος μου άνοιξε μια τρύπα στο στήθος. Δεν θύμωσα αμέσως. Πρώτα πάγωσα. Μετά ένιωσα ντροπή. Αυτό ήταν το χειρότερο. Ντροπή. Σαν να περίσσευα. Σαν να έπρεπε εγώ να καταλάβω μόνη μου ότι έπρεπε να φύγω.
«Στη θεία Κατερίνα;» ψιθύρισα. «Δηλαδή με διώχνετε».
«Μην το λες έτσι», πετάχτηκε η Μάγδα. «Πάντα τα δραματοποιείς όλα».
Εκεί έσπασα.
«Εγώ τα δραματοποιώ; Εγώ; Που πλένω, μαγειρεύω, πληρώνω, σωπαίνω; Στο σπίτι που έδωσα τα λεφτά του πατέρα σου για να μπείτε μέσα;»
Ο Στέλιος χτύπησε το χέρι στο τραπέζι. «Μη βάζεις τον μπαμπά μέσα τώρα!»
Έμεινα να τον κοιτάω. Αυτό το παιδί το είχα μεγαλώσει με βάρδιες, με στερήσεις, με δανεικά κάποιες φορές. Και τώρα μου μιλούσε σαν να ήμουν πρόβλημα στη ζωή του.
Δεν είπα τίποτα άλλο. Σηκώθηκα, πήγα στο δωμάτιό μου και έκλεισα την πόρτα. Άκουγα τη Μάγδα να λέει κάτι έντονα και τον Στέλιο να περπατάει πάνω κάτω. Το ίδιο βράδυ έβγαλα μια μεσαία βαλίτσα. Δεν πήρα πολλά. Δύο ζακέτες, φάρμακα, φωτογραφίες, κάτι χαρτιά. Αυτά. Όταν ξημέρωσε, πήρα την αδελφή μου τηλέφωνο.
Η Κατερίνα δεν με ρώτησε πολλά. Μόνο είπε, «έλα». Αυτή η μία λέξη με έκανε να κλάψω πιο πολύ απ’ όλα.
Στο σπίτι της, στη Νίκαια, κοιμήθηκα στον καναπέ τρεις νύχτες χωρίς να μπορώ να ανασάνω κανονικά. Όχι από στεναχώρια μόνο. Από σοκ. Στα εξήντα δύο μου είχα γίνει φιλοξενούμενη. Πόσο εύκολα μπορεί να γκρεμιστεί ένας άνθρωπος, τελικά.
Ο Στέλιος με πήρε τηλέφωνο μετά από πέντε μέρες. Δεν απάντησα. Πήρε ξανά. Και ξανά.
Την έκτη μέρα το σήκωσα.
«Μάνα…» είπε και σώπασε. Άκουγα την ανάσα του. «Έκανα λάθος».
Δεν μίλησα.
«Η Μάγδα… τέλος πάντων, τσακωθήκαμε άσχημα. Αλλά δεν φταίει μόνο εκείνη. Εγώ φταίω πιο πολύ. Σε άφησα μόνη σου μέσα στο σπίτι. Σε άφησα να νιώθεις ξένη. Συγγνώμη».
Ήθελα να ακούσω αυτή τη λέξη μήνες. Κι όταν ήρθε, δεν μου έφερε ανακούφιση. Μόνο ένα βάρος πιο ήσυχο.
«Θες να γυρίσεις;» με ρώτησε. «Σε παρακαλώ».
Κοίταξα την Κατερίνα που ξεσκόνιζε σιωπηλά το σύνθετο για να μου δώσει χώρο. Κοίταξα τα χέρια μου. Είχαν γεράσει πολύ τελευταία. Ίσως όχι τελευταία. Ίσως απλώς τώρα το είδα.
«Δεν ξέρω, Στέλιο», του είπα. Και ήταν η πιο αληθινή κουβέντα που είχα πει εδώ και χρόνια.
Γιατί να γυρίσω πού; Σε ένα σπίτι όπου θα προσέχω πώς πατάω; Σε έναν γιο που με αγάπησε, ναι, αλλά δεν με προστάτεψε όταν έπρεπε; Και αν ξαναγίνει; Αν μια μέρα η Μάγδα με κοιτάξει πάλι σαν να της χαλάω τη ζωή, τι θα κάνει εκείνος τότε;
Τους αγαπάω. Αυτό δεν αλλάζει. Αλλά κάτι ράγισε μέσα μου και δεν κολλάει με μια συγγνώμη, όσο αληθινή κι αν είναι.
Πείτε μου εσείς… γυρνά κανείς εκεί που τον έκαναν να νιώσει ανεπιθύμητος;
Και η συγγνώμη, όσο καθυστερημένη κι αν έρθει, φτάνει πάντα για να ξαναγίνει μια μάνα σπίτι της;