«Μου ζήτησαν να βάλω το σπίτι μου για να σωθεί η οικογένεια — και τότε κατάλαβα ότι για όλους ήμουν απλώς η βολική λύση»
«Αν δεν βοηθήσουμε τώρα, θα τους πάρει η τράπεζα το σπίτι», μου είπε ο άντρας μου μέσα στην κουζίνα, έτσι ξερά, ενώ εγώ μόλις είχα γυρίσει από τη δουλειά και ούτε το παλτό δεν είχα βγάλει.
Τον κοίταξα και του είπα, «Και τι σημαίνει να βοηθήσουμε;»
Μου λέει, «Να βάλουμε για εγγύηση το δικό σου διαμέρισμα. Μόνο για λίγους μήνες, μέχρι να σταθούν.»
Το “δικό σου” το είπε πολύ εύκολα. Το διαμέρισμα είναι αυτό που μου άφησε η γιαγιά μου στο Περιστέρι. Μικρό, παλιό, αλλά είναι το μόνο πράγμα στη ζωή μου που ένιωθα ότι αν όλα πάνε στραβά, έχω κάπου να σταθώ. Το νοικιάζουμε κιόλας και με βοηθάει πολύ, γιατί εγώ δουλεύω σε φαρμακείο και ο μισθός μου δεν φτάνει για πολλά.
Ο αδελφός του άντρα μου είχε μαγαζί με είδη κινητής τηλεφωνίας στο Αιγάλεω. Δεν πήγε καλά, μπήκαν μέσα, μετά ήρθε και ο ΕΦΚΑ, χρέη, ενοίκια, ιστορίες. Δεν χαίρομαι γι’ αυτό, άνθρωποι είναι. Αλλά δεν μιλάμε για 200 ευρώ να βοηθήσεις. Μιλάμε για να μπλέξω το μόνο πράγμα που έχω στο όνομά μου.
Του είπα, «Εγώ αυτό δεν το κάνω.»
Και μου απαντάει, «Άμα ήταν η αδελφή σου, θα το έκανες.»
Εκεί εκνευρίστηκα. Γιατί το είπε σαν να ήμουν σκληρή. Σαν να ήμουν εγώ το πρόβλημα. Του λέω, «Δεν είναι το ίδιο. Και δεν είναι καν δικό σου για να το υποσχεθείς.»
Από εκείνο το βράδυ το σπίτι πάγωσε. Δεν τσακωνόμασταν συνέχεια, αλλά μιλάγαμε μόνο για τα βασικά. Μέχρι που άρχισαν τα τηλέφωνα. Πρώτα η πεθερά μου: «Παιδί μου, οικογένεια είμαστε. Στα δύσκολα φαίνεται ο άνθρωπος.» Μετά ο πεθερός μου: «Δεν σου λέει κανείς να το χάσεις. Μια υπογραφή είναι.»
Μια υπογραφή είναι, λες και υπογράφεις να παραλάβεις δέμα από κούριερ.
Εγώ όμως δεν ήμουν κι εντελώς αθώα σε όλο αυτό. Για χρόνια έκανα την εύκολη. Δεν έβαζα όρια για να μη χαλάσει το κλίμα. Πλήρωνα τραπέζια, κάλυπτα μικροδάνεια, έλεγα «εντάξει, δεν πειράζει», μόνο και μόνο για να μη με πουν δύσκολη. Ακόμα και με τον άντρα μου, όταν άνοιξε μια τρύπα με την κάρτα του, εγώ την έκλεισα από τις οικονομίες μου και του είπα «μη στεναχωριέσαι». Δεν κάτσαμε ποτέ σαν άνθρωποι να πούμε τι αντέχουμε και τι όχι.
Και κάπου εκεί μάλλον έδωσα κι εγώ το μήνυμα ότι πάντα θα βρεθεί λύση από μένα.
Τρεις μέρες μετά, πήγα στην τράπεζα για δική μου δουλειά και, επειδή είχα ήδη αγχωθεί, ρώτησα γενικά τι σημαίνει να μπει ακίνητο ως εγγύηση σε ρύθμιση άλλου. Η υπάλληλος δεν μου είπε λεπτομέρειες για ξένη υπόθεση φυσικά, αλλά αυτά που μου είπε έφταναν για να μην κοιμηθώ το βράδυ. Δεν ήταν καθόλου «τυπικό», ούτε «για λίγο», ούτε τόσο αθώο όσο μου το παρουσίαζαν.
Το ίδιο βράδυ είπα στον άντρα μου, «Θέλω να μου πεις ακριβώς τι χρωστάει ο αδελφός σου και σε ποιο σημείο είναι.»
Μου λέει, «Δεν ξέρω όλες τις λεπτομέρειες.»
Του λέω, «Πας να βάλεις το σπίτι μου και δεν ξέρεις λεπτομέρειες;»
Εκεί λύγισε λίγο και μου είπε ότι ήξερε περισσότερα απ’ όσα έλεγε. Όχι μόνο για το μαγαζί. Υπήρχαν και προσωπικά δάνεια, κάρτες, και δύο δόσεις στεγαστικού απλήρωτες. Και το χειρότερο; Είχαν ήδη συζητήσει με τους δικούς του ότι η “καλύτερη λύση” ήταν το δικό μου διαμέρισμα, επειδή «είναι καθαρό» και «δεν το χρωστάς».
Αυτό με πείραξε πιο πολύ απ’ όλα. Όχι μόνο η πίεση. Το ότι κάθισαν και το συζήτησαν όλοι σαν να είναι αυτονόητο πως εγώ θα το δώσω. Σαν να μην έχω φόβους, σχέδια, ανάγκη να νιώθω ασφαλής.
Του είπα, «Δηλαδή εγώ τι είμαι; Ένα περιουσιακό στοιχείο που μπήκε στην οικογένεια με τον γάμο;»
Μου λέει, «Μην το λες έτσι. Απλώς εσύ μπορείς να βοηθήσεις.»
Και του απάντησα, «Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Επειδή μπορώ, θεωρείται υποχρέωσή μου.»
Την επόμενη μέρα η πεθερά μου με πήρε κλαίγοντας. Μου είπε ότι ο άλλος της γιος δεν κοιμάται, ότι η νύφη της είναι στα όριά της, ότι υπάρχει και το παιδί στη μέση. Τα άκουγα και ένιωθα χάλια. Δεν είμαι πέτρα. Από την άλλη όμως, εγώ γιατί να πρέπει να χάσω τον ύπνο μου, το εισόδημά μου και την ασφάλειά μου για επιλογές που δεν έκανα;
Και για να είμαι ειλικρινής, είχα και θυμό με τον εαυτό μου. Γιατί αν από την αρχή ήμουν πιο καθαρή στα οικονομικά μας, αν δεν κάλυπτα κάθε τρύπα αθόρυβα, ίσως να μην είχαν όλοι την ιδέα ότι «η σύζυγος θα το σώσει».
Τελικά είπα όχι. Ήρεμα, χωρίς φωνές. Είπα ότι μπορώ να βοηθήσω αλλιώς, με ένα μικρό ποσό που δεν θα με διαλύσει, ή να βρούμε μαζί λογιστή και δικηγόρο να δουν τι πραγματικά γίνεται. Αλλά το διαμέρισμα δεν το ακουμπάω.
Από τότε έχουν περάσει λίγες εβδομάδες. Στο σπίτι υπάρχει ακόμα ψυχρότητα. Ο άντρας μου λέει ότι τον άφησα μόνο του απέναντι στην οικογένειά του. Εγώ νιώθω ότι αυτός με άφησε μόνη μου απέναντι σε όλους τους άλλους. Κανείς δεν φώναξε, κανείς δεν με έβρισε, αλλά κάτι έχει ραγίσει. Και δεν ξέρω αν είναι από το “όχι” που είπα ή από το ότι κατάλαβα πόσο εύκολα μπορούσαν να αποφασίσουν για μένα χωρίς εμένα.
Μπορεί να ακούγομαι σκληρή, μπορεί και φοβισμένη. Η αλήθεια είναι πως είμαι και τα δύο. Θέλω να βοηθάω τους ανθρώπους μου, αλλά δεν θέλω να σωθώ τελευταίa, αν σωθώ. Εσείς τι λέτε; Σε ποιο σημείο η στήριξη στην οικογένεια γίνεται αυτοκαταστροφή;