Έφυγα από το σπίτι της πεθεράς μου με ένα παιδί αγκαλιά και μια βαλίτσα, και τώρα ο άντρας μου ζητά να γυρίσω λες και δεν έγινε τίποτα
«Πάλι άπλυτα στο νεροχύτη άφησες, Μαρία; Και το παιδί έτσι θα μεγαλώσει; Στο πόδι;»
Γύρισα και την κοίταξα με τα χέρια βρεγμένα, το σφουγγάρι ακόμα στην παλάμη μου. Ο μικρός έκλαιγε στο καρεκλάκι του γιατί είχε πέσει κάτω το κουτάλι του, το φαγητό έβραζε στην κατσαρόλα, κι εκείνη στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας σαν επιθεωρητής.
«Μόλις μπήκα από τη δουλειά, Ελένη», της είπα. «Δώσε μου πέντε λεπτά.»
Σούφρωσε τα χείλη.
«Εγώ τρία παιδιά μεγάλωσα, και δουλειές έκανα, και σπίτι στην πένα ήταν. Αλλά τότε οι γυναίκες ήταν γυναίκες.»
Ο άντρας μου, ο Γιάννης, ήταν στο σαλόνι. Άκουγε. Πάντα άκουγε. Ποτέ δεν ερχόταν.
Έτσι πέρασαν επτά χρόνια. Σε ένα σπίτι που δεν ήταν ποτέ δικό μου, αν και εκεί κοιμόμουν, εκεί μαγείρευα, εκεί μεγάλωνα το παιδί μου. Το σπίτι ήταν στο όνομα των πεθερικών μου, στον κάτω όροφο μέναμε όλοι μαζί, στον πάνω είχε μείνει κλειστό το παλιό δωμάτιο του Γιάννη, λες και δεν ενηλικιώθηκε ποτέ πραγματικά.
Στην αρχή έλεγα θα προσαρμοστώ. Ελλάδα είναι, συμβαίνουν αυτά. «Για λίγο μέχρι να μαζευτούμε οικονομικά», μου είχε πει ο Γιάννης όταν παντρευτήκαμε. Αυτό το «για λίγο» έγινε χρόνια. Ενοίκια ακριβά, μισθοί λίγοι, ένα παιδί, λογαριασμοί, ακρίβεια. Τα καταλάβαινα όλα. Αυτό που δεν άντεχα ήταν ότι μέσα στο ίδιο μου το σπίτι δεν μπορούσα να ανασάνω.
Η Ελένη είχε γνώμη για όλα.
Για το πώς διπλώνω τα ρούχα. Για το πόσες φορές κάνει μπάνιο ο μικρός. Για το αν του βάζω ζακέτα. Για το φαγητό.
«Πάλι μακαρόνια; Το παιδί χρειάζεται όσπρια.»
«Μην τον παίρνεις αγκαλιά κάθε φορά που κλαίει, κακομαθαίνει.»
«Αυτό το παιχνίδι κάνει φασαρία, θα του χαλάσει τα νεύρα.»
Ακόμα και όταν καθόμουν να πιω έναν καφέ το απόγευμα, ερχόταν δίπλα μου και σκούπιζε ήδη καθαρά τραπέζια, μόνο και μόνο για να μου δείξει ότι κάτι δεν κάνω αρκετά καλά. Και το χειρότερο; Μπροστά στο παιδί.
Μια μέρα ο μικρός, τεσσάρων τότε, με ρώτησε:
«Μαμά, γιατί η γιαγιά λέει ότι τα κάνεις όλα λάθος;»
Εκεί λύγισα μέσα μου.
Το είπα στον Γιάννη το ίδιο βράδυ.
«Δεν πάει άλλο. Πρέπει να της μιλήσεις.»
Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, έβγαλε τις κάλτσες του και αναστέναξε.
«Μαρία, μην τα παίρνεις όλα τόσο βαριά. Έτσι είναι η μάνα μου. Πες ναι και προχώρα.»
«Εσύ προχωράς, Γιάννη. Εγώ μένω εδώ μέσα όλη μέρα με την κριτική της.»
«Και τι θες να κάνω; Να τσακωθώ μαζί της;»
«Ναι. Μια φορά. Για μένα.»
Δεν το έκανε ποτέ.
Το τελειωτικό ήρθε ένα Σάββατο πρωί. Είχα βάλει σκούπα, είχα αλλάξει σεντόνια, είχα κάνει μπάνιο τον μικρό. Κάθισα δέκα λεπτά να φάω μια τυρόπιτα. Η Ελένη μπήκε στην κουζίνα, πήρε το ταψί που είχα αφήσει στον πάγκο και το σήκωσε με δύο δάχτυλα σαν να ήταν βρόμικο.
«Αν δεν μπορείς να κρατήσεις σπίτι, να το πεις. Δεν είναι ντροπή. Άλλη είναι για οικογένεια, άλλη όχι.»
Έμεινα ακίνητη. Ο μικρός ήταν δίπλα και ζωγράφιζε.
«Τι εννοείτε;» της είπα.
«Εννοώ πως ο γιος μου δεν έμαθε έτσι. Τον είχα αλλιώς.»
Δεν φώναξα. Αυτό ήταν το περίεργο. Ήρεμη έγινα. Πάρα πολύ ήρεμη.
Πήγα στο δωμάτιο, έβγαλα μια βαλίτσα και άρχισα να βάζω μέσα ρούχα δικά μου και του παιδιού. Ο Γιάννης ήρθε πίσω μου πανικόβλητος.
«Τι κάνεις;»
«Φεύγω.»
«Για μια κουβέντα;»
Γύρισα και τον κοίταξα πρώτη φορά χωρίς φόβο.
«Δεν φεύγω για μια κουβέντα. Φεύγω για όλες τις κουβέντες που κατάπινα επτά χρόνια.»
Η πεθερά μου στεκόταν στον διάδρομο.
«Άμα θες να φύγεις, φύγε. Το παιδί όμως εδώ είναι το σπίτι του.»
Τότε ο μικρός ήρθε και πιάστηκε από το πόδι μου.
«Εγώ με τη μαμά θα πάω.»
Νομίζω εκείνη τη στιγμή ένιωσα και ντροπή και δύναμη μαζί. Πήρα τη βαλίτσα, το παιδί, και έφυγα.
Νοίκιασα ένα μικρό δυάρι στα Πατήσια. Παλιό, με στενό μπαλκόνι και κουζίνα που barely χωρούσαμε οι δυο μας, αλλά ήταν ήσυχο. Το πρώτο βράδυ φάγαμε ψωμί, τυρί και ντομάτα στο πάτωμα γιατί δεν είχαμε ακόμα τραπέζι. Ο μικρός γελούσε.
«Μαμά, εδώ δεν φωνάζει κανείς.»
Έβαλα τα κλάματα μπροστά του. Δεν κρατήθηκα.
Ο Γιάννης άρχισε να έρχεται, να παίρνει τον μικρό βόλτα, να μου λέει ότι του λείπουμε. Μετά άρχισε το άλλο.
«Να γυρίσετε πίσω και θα προσπαθήσω να είναι καλύτερα.»
Γέλασα πικρά.
«Να προσπαθήσεις; Μετά από τόσα χρόνια ακόμα προσπαθείς;»
«Δεν είναι εύκολο να αφήσω τους γονείς μου.»
«Ούτε για μένα ήταν εύκολο να σώσω τον εαυτό μου. Αλλά το έκανα.»
Του το ξεκαθάρισα. Δεν θα γυρίσω ποτέ σε εκείνο το σπίτι. Αν θέλει οικογένεια, να βρούμε δικό μας σπίτι, μικρό, ταπεινό, έστω μετρώντας τα ευρώ μέχρι το τέλος του μήνα. Να πλύνουμε πιάτα στο δικό μας νεροχύτη, να μαλώσουμε για τους δικούς μας λογαριασμούς, να μεγαλώσουμε το παιδί μας χωρίς τρίτο πρόσωπο ανάμεσά μας.
Εκείνος λέει ότι με αγαπάει. Το πιστεύω. Αλλά η αγάπη που δεν σε προστατεύει, τι είναι τελικά;
Μερικές νύχτες φοβάμαι. Για τα λεφτά, για το αύριο, για το αν έσπασα την οικογένειά μου αντί να τη σώσω. Μετά κοιτάζω τον μικρό που κοιμάται ήρεμος και θυμάμαι γιατί έφυγα.
Εσείς θα γυρνούσατε πίσω μόνο με υποσχέσεις;
Ή κι εσείς πιστεύετε πως μια γυναίκα δεν ζητά πολλά όταν ζητά απλώς να νιώθει σπίτι της μέσα στο ίδιο της το σπίτι;