Μετά τον θάνατο του άντρα μου, τα παιδιά του με πέταξαν έξω από το σπίτι μας και έμεινα με μια σακούλα στο χέρι
«Άννα, τα κλειδιά στο τραπέζι. Σήμερα.»
Ο Στέλιος στεκόταν στην πόρτα του σαλονιού με τα χέρια σταυρωμένα, κι η Ειρήνη δίπλα του κρατούσε έναν φάκελο. Δεν είχαν περάσει ούτε σαράντα μέρες από το μνημόσυνο του Κώστα. Τα μαύρα μου ήταν ακόμη κρεμασμένα στην καρέκλα της κρεβατοκάμαρας. Το σπίτι μύριζε λιβάνι και ελληνικό καφέ που δεν είχα πιει.
«Τι λες, παιδί μου;» ψιθύρισα. «Εδώ μένω. Εδώ έζησα με τον πατέρα σας.»
Η Ειρήνη ούτε που με κοίταξε καλά καλά.
«Υπάρχει διαθήκη. Το σπίτι περνάει σε εμάς. Ο πατέρας το είχε ξεκαθαρίσει.»
Πήρα τον φάκελο με χέρια που έτρεμαν. Δεν καταλάβαινα ούτε λέξη. Μόνο το όνομα του Κώστα έβλεπα ξανά και ξανά, και το κεφάλι μου βούιζε. Δώδεκα χρόνια ήμουν δίπλα του. Του μαγείρευα, τον έτρεχα στους γιατρούς, του κρατούσα το χέρι στις χημειοθεραπείες. Και τώρα στεκόμουν σαν ξένη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.
«Και πού θα πάω;» τους ρώτησα.
Ο Στέλιος αναστέναξε ενοχλημένος.
«Άννα, μη μας το κάνεις δύσκολο. Έχουμε κι εμείς οικογένειες. Το σπίτι θα πουληθεί.»
Αυτό το «κι εμείς οικογένειες» με διέλυσε. Δηλαδή εγώ τι ήμουν; Μια παρένθεση στη ζωή του πατέρα τους;
Μάζεψα τα ρούχα μου σε δυο σακούλες του σούπερ μάρκετ. Δεν είχα κουράγιο ούτε βαλίτσα να ψάξω. Πριν κλείσω την πόρτα, γύρισα και κοίταξα το τραπέζι της κουζίνας. Εκεί που ο Κώστας έκοβε ψωμί και μου έλεγε «Άννα, μη φοβάσαι, όσο είμαι εγώ δεν θα σου λείψει τίποτα». Μερικές υποσχέσεις πεθαίνουν πριν από τον άνθρωπο που τις έδωσε.
Πήγα στη μικρή μου αδελφή, τη Μαρία, στο Περιστέρι. Μένει σε δυάρι, τέταρτο χωρίς ασανσέρ. Με αγκάλιασε στην πόρτα χωρίς να ρωτήσει πολλά. Μόνο όταν με είδε με τις σακούλες, είπε χαμηλά:
«Σε πέταξαν έξω; Θεέ μου…»
Κοιμόμουν στον καναπέ του σαλονιού, δίπλα στη μπαλκονόπορτα που έμπαζε αέρα. Το βράδυ άκουγα τα μηχανάκια απ’ τον δρόμο και τα πρωινά τη Μαρία να φτιάχνει καφέ βιαστικά πριν φύγει για τη δουλειά. Εγώ έμενα πίσω, 52 χρονών, χωρίς ένσημα της προκοπής, χωρίς υπολογιστή, χωρίς βιογραφικό, χωρίς ιδέα τι μπορεί να κάνει μια γυναίκα που όλη της τη ζωή την πέρασε φροντίζοντας άλλους.
Κάποια στιγμή άρχισα να ντρέπομαι και να αναπνέω σιγά, λες και έπιανα χώρο που δεν μου ανήκε. Η Μαρία δεν μου είπε ποτέ τίποτα, αλλά το έβλεπα. Τους λογαριασμούς στο τραπέζι. Το βλέμμα της όταν άνοιγε το ψυγείο και λογάριαζε. Μια φορά τσακωθήκαμε κιόλας.
«Δεν γίνεται να σε ταΐζω για πάντα, Άννα. Όχι γιατί δεν θέλω. Δεν μπορώ.»
Το είπε και μετά έβαλε τα κλάματα πριν καν προλάβω να θυμώσω.
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα καθόλου. Σηκώθηκα, έπλυνα τα πιάτα, σφουγγάρισα την κουζίνα και κάθισα στο σκοτάδι. Σκέφτηκα να πάρω την Ειρήνη τηλέφωνο. Να της πω «ντροπή σου». Να φωνάξω. Να βρίσω. Δεν το έκανα. Τι θα άλλαζε;
Την επόμενη μέρα πήγα μόνη μου σε ένα γραφείο καθαρισμών στη γειτονιά. Η κοπέλα στη ρεσεψιόν με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω.
«Έχετε εμπειρία;»
Παραλίγο να γελάσω. Εμπειρία; Σπίτια, αρρώστους, μαγειρέματα, σιδερώματα, ηλικιωμένους, όλα. Απλώς ποτέ κανείς δεν τα ονόμασε δουλειά.
«Έχω ανάγκη», της είπα. «Και μαθαίνω γρήγορα.»
Ξεκίνησα με καθαρισμούς σε πολυκατοικίες και δύο σπίτια στο Χαϊδάρι. Τα πόδια μου πονούσαν, τα χέρια μου άνοιγαν απ’ τα απορρυπαντικά, αλλά όταν πήρα το πρώτο μου μεροκάματο και το ακούμπησα στο τραπέζι της Μαρίας, ένιωσα να ανασαίνω μετά από μήνες.
Σιγά σιγά βρήκα ρυθμό. Μια κυρία, η κυρία Σοφία, με σύστησε σε μια φίλη της που ήθελε βοήθεια με τη μητέρα της. Έτσι άρχισα να προσέχω μια ηλικιωμένη τα απογεύματα. Μιλούσαμε, της έφτιαχνα σούπα, της χτένιζα τα μαλλιά. Παράξενο… φρόντιζα μια ξένη γυναίκα κι εκείνη μου έδινε περισσότερη τρυφερότητα απ’ όση πήρα από τους δικούς μου στο τέλος.
Μετά από οκτώ μήνες νοίκιασα ένα μικρό ισόγειο στον Κολωνό. Παλιό, με υγρασία στη γωνία και μια κουζίνα ίσα ίσα, αλλά ήταν δικό μου. Την πρώτη νύχτα κοιμήθηκα σε στρώμα στο πάτωμα και έκλαψα. Όχι από δυστυχία. Από ανακούφιση. Είχα κλειδί που άνοιγε πόρτα που κανείς δεν μπορούσε να μου πάρει.
Ο Στέλιος με πήρε τηλέφωνο έναν χρόνο μετά. Το σπίτι τελικά είχε πουληθεί. Ήθελε, λέει, να μου δώσει «κάτι συμβολικά». Δεν ξέρω αν τον έτρωγε η τύψη ή αν φοβόταν τι θα πει ο κόσμος.
«Κράτα τα», του είπα. «Εγώ ό,τι έχασα, το πλήρωσα ακριβά. Ό,τι έφτιαξα μετά, το έφτιαξα μόνη μου.»
Έκλεισα το τηλέφωνο και τα χέρια μου έτρεμαν, αλλά όχι όπως τότε. Αλλιώς. Σαν να γύριζε κάτι μέσα μου στη θέση του.
Ακόμα πονάω όταν σκέφτομαι πόσο εύκολα σε σβήνουν κάποιοι από τη ζωή τους, λες και δεν έστρωσες ποτέ τραπέζι μαζί τους, λες και δεν τους αγάπησες στ’ αλήθεια.
Πείτε μου ειλικρινά, εσείς θα συγχωρούσατε ποτέ μια τέτοια προδοσία; Και τελικά, οικογένεια είναι το αίμα ή εκείνος που μένει όταν πέσουν όλα;