Γυρίσαμε από τις διακοπές και βρήκαμε την αδελφή μου να μένει στο σπίτι μας χωρίς να μας έχει ρωτήσει κανείς
Είμαι 41 χρονών και μέχρι πριν από λίγους μήνες πίστευα ότι, όσο δύσκολα κι αν είναι τα πράγματα μέσα σε μια οικογένεια, δεν φτάνεις ποτέ στο σημείο να μη μιλάς στη μάνα σου.
Τελικά φτάνεις. Όχι από τη μία μέρα στην άλλη. Φτάνεις λίγο λίγο, κάθε φορά που καταπίνεις κάτι για να μη γίνει φασαρία. Μέχρι που μια μέρα δεν μπορείς να το καταπιείς άλλο.
Με τη γυναίκα μου, τη Μαρία, είμαστε μαζί δεκατρία χρόνια, παντρεμένοι τα οκτώ. Το διαμέρισμα που μένουμε είναι στα δυτικά προάστια της Αθήνας, όχι μεγάλο, 78 τετραγωνικά, δεύτερος όροφος χωρίς ιδιαίτερη θέα. Όταν το πήραμε, το 2014, είχαμε βάλει στην άκρη ό,τι μπορούσαμε και πάλι το δάνειο μας φαινόταν βουνό.
Εγώ δούλευα τότε σε εταιρεία με ανταλλακτικά αυτοκινήτων, αποθήκη και διανομές. Η Μαρία σε φαρμακείο. Δεν είχαμε πλάτες. Οι γονείς της δεν μπορούσαν να βοηθήσουν, οι δικοί μου είχαν ένα μικρό εισόδημα και η μητέρα μου πάντα έλεγε ότι είχε υποχρεώσεις.
Δεν τη κατηγορούσα γι’ αυτό. Απλώς οι «υποχρεώσεις» της είχαν σχεδόν πάντα ένα όνομα: η αδελφή μου, η Νάντια.
Η Νάντια είναι τρία χρόνια μικρότερη. Δεν είναι κακός άνθρωπος, και το λέω ειλικρινά. Αν τη δεις σε μια παρέα, θα σε κάνει να γελάσεις, θα σου φέρει καφέ, θα σε πάρει αγκαλιά. Αλλά ποτέ δεν κράτησε δουλειά πάνω από λίγους μήνες. Πάντα κάποιος φταίει: το αφεντικό, οι συνάδελφοι, οι ώρες, η πίεση, η μέση της, η οικονομία.
Η μητέρα μου της πλήρωνε νοίκια, λογαριασμούς, ακόμα και πρόστιμα από κλήσεις που άφηνε απλήρωτες. Μια φορά είχε πάρει χρήματα από μια ξαδέλφη μας «μέχρι τέλος του μήνα» και δεν τα επέστρεψε ποτέ. Η μητέρα μου κάλυψε το ποσό και μας είπε να μην το συζητάμε, γιατί η Νάντια περνάει δύσκολη φάση.
Η δύσκολη φάση της κρατάει περίπου είκοσι χρόνια.
Εγώ είχα μάθει να μην μπλέκω. Όταν η Μαρία εκνευριζόταν, της έλεγα ότι δεν είναι δικό μας θέμα. Και είχε δίκιο όταν μου απαντούσε πως γίνεται δικό μας, από τη στιγμή που η μητέρα μου θεωρεί αυτονόητο ότι πρέπει κι εμείς να βοηθάμε.
Πέρσι, με πολλές υπερωρίες και με ένα μικρό ποσό που μας έδωσε ο πατέρας της Μαρίας όταν πούλησε ένα χωραφάκι στο χωριό, καταφέραμε να εξοφλήσουμε το δάνειο. Δεν κάναμε τραπέζι, ούτε τίποτα σπουδαίο. Ανοίξαμε ένα μπουκάλι κρασί στην κουζίνα και φάγαμε μακαρόνια με κιμά. Η Μαρία είχε βάλει το χαρτί της εξόφλησης πάνω στο τραπέζι και το κοιτούσε λες και ήταν πτυχίο.
«Τώρα τουλάχιστον, αν γίνει κάτι, έχουμε ένα κεραμίδι», μου είπε.
Αυτό το κεραμίδι ήταν πολύ σημαντικό και για τους δυο μας. Ίσως περισσότερο απ’ όσο καταλάβαινα τότε.
Η μητέρα μου είχε ένα αντίγραφο κλειδιού για ώρα ανάγκης. Το είχαμε δώσει όταν είχε πάθει μια μικρή ζημιά το πλυντήριο και λείπαμε στη δουλειά. Ερχόταν καμιά φορά να ποτίσει τις γλάστρες αν φεύγαμε Αύγουστο, τίποτα παραπάνω. Η Μαρία δεν ήταν ενθουσιασμένη με την ιδέα, αλλά δεν το έκανε θέμα. Έλεγε μόνο: «Να ξέρει ότι είναι για ανάγκη, όχι για να μπαίνει όποτε θέλει.»
Τον Ιούνιο πήγαμε τέσσερις μέρες στην Αμοργό. Πρώτη φορά είχαμε κανονίσει κάτι τέτοιο χωρίς να τσεκάρουμε συνέχεια το κινητό για δουλειές ή οικογενειακά. Είχαμε ανάγκη να φύγουμε. Η Μαρία είχε χάσει τη θεία της λίγο πριν το Πάσχα και εγώ είχα αλλάξει θέση στη δουλειά, με πολύ άγχος και λιγότερο ύπνο.
Όταν γυρίσαμε, ήταν απόγευμα Κυριακής. Ανεβήκαμε με τις βαλίτσες και πριν καν ανοίξω, είδα ένα ζευγάρι παπούτσια έξω από την πόρτα. Γυναικεία, όχι της Μαρίας.
Μπήκαμε και υπήρχε μια μυρωδιά από τσιγάρο, παρόλο που μέσα στο σπίτι δεν καπνίζουμε. Στο σαλόνι ήταν απλωμένα ρούχα πάνω στην καρέκλα, δύο σακούλες από σουπερμάρκετ, ένα τασάκι γεμάτο στο μπαλκόνι. Στην κουζίνα είχε άπλυτα πιάτα, και στο υπνοδωμάτιο των επισκεπτών, που το είχαμε κυρίως για αποθήκη, κοιμόταν η Νάντια.
Δεν ξέρω τι ένιωσα πρώτο. Σοκ, ντροπή, θυμό. Η Μαρία απλώς στάθηκε στην είσοδο και δεν μιλούσε.
Η Νάντια ξύπνησε, βγήκε με μια μπλούζα μου που προφανώς είχε βρει κάπου και είπε τελείως φυσιολογικά:
«Α, γυρίσατε; Νόμιζα θα ερχόσασταν αύριο.»
Της είπα: «Τι κάνεις εδώ;»
Μου απάντησε ότι έληξε το συμβόλαιο στο σπίτι που νοίκιαζε, είχε τσακωθεί με τη συγκάτοικό της και η μάνα μας της είπε ότι μπορεί να μείνει «λίγες μέρες» μέχρι να βρει κάτι. Της είχε δώσει αντίγραφο από το κλειδί μας.
Η Μαρία τότε είπε μόνο: «Δεν μπορούσε να μας πάρει ένα τηλέφωνο;»
Η Νάντια σήκωσε τους ώμους. «Σιγά, αδερφός μου είσαι. Δεν θα σας ενοχλούσα. Και η μαμά είπε πως δεν θα είχατε θέμα.»
Εκεί ήταν που φώναξα. Δεν είμαι περήφανος γι’ αυτό. Της είπα ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα, ότι αυτό δεν είναι ξενοδοχείο, ότι δεν αποφασίζει η μάνα μας για το σπίτι μας. Η Νάντια άρχισε να κλαίει και είπε ότι την πετάω στον δρόμο. Η Μαρία είχε πάει στην κουζίνα και έπλενε τα ποτήρια χωρίς να κοιτάει κανέναν.
Τελικά η Νάντια πήρε τα πράγματά της το ίδιο βράδυ και πήγε στη μητέρα μου. Όχι πριν μου πει ότι έχω αλλάξει και ότι η Μαρία με έχει κάνει εναντίον της οικογένειάς μου. Αυτό με πείραξε, γιατί ήταν η εύκολη εξήγηση. Σαν να μην μπορούσα εγώ να έχω άποψη.
Πήρα τη μητέρα μου αμέσως. Δεν αρνήθηκε τίποτα. Μου είπε ότι η Νάντια ήταν απελπισμένη, ότι δεν ήθελε να μας χαλάσει τις διακοπές, ότι «ένα σπίτι έχετε, δεν θα το πάρετε μαζί σας». Μετά είπε τη φράση που με άδειασε εντελώς:
«Εσύ πάντα ήσουν ο δυνατός. Η αδελφή σου με χρειάζεται περισσότερο.»
Της είπα πως δεν είναι θέμα δύναμης. Είναι ότι εκείνη έδωσε σε άλλον πρόσβαση στο σπίτι μου χωρίς να με ρωτήσει. Δεν άκουγε. Επανέλαβε ότι υπερβάλλω και ότι η Μαρία την έβαλε να νιώσει ξένη.
Για δύο εβδομάδες δεν απάντησα σε τηλέφωνα. Μετά έστειλα ένα μήνυμα. Της έγραψα ότι δεν θέλω επαφή για καιρό, ούτε επισκέψεις, ούτε μεσολάβηση από συγγενείς. Ότι όταν καταλάβει τι έκανε, μπορούμε ίσως να μιλήσουμε. Δεν απάντησε τότε.
Απάντησε μετά από έναν μήνα με μια φωτογραφία του πατέρα μου στο νοσοκομείο, για εξετάσεις που τελικά δεν ήταν κάτι σοβαρό. Ένιωσα απαίσια που το πρώτο που σκέφτηκα ήταν ότι το έκανε για να με αναγκάσει να πάω. Πήγα, φυσικά. Μίλησα στον πατέρα μου, στη μητέρα μου μόνο τα απολύτως απαραίτητα.
Άλλαξα την κλειδαριά όταν γυρίσαμε από την Αμοργό. Η Μαρία κράτησε ένα κλειδί παραπάνω σε ένα συρτάρι στο φαρμακείο όπου δουλεύει. Δεν το συζητήσαμε πολύ. Το κάναμε και συνεχίσαμε με τα καθημερινά: λογαριασμούς, δουλειές, ψώνια, τη γάτα της απέναντι που μπαίνει στο μπαλκόνι μας.
Η μητέρα μου ακόμα στέλνει καμιά φορά «καλημέρα» ή φωτογραφίες από φαγητά. Δεν ξέρω αν κατάλαβε ή αν περιμένει απλώς να περάσει ο θυμός μου. Κι εγώ δεν ξέρω αν αυτό που κάνω είναι οριστικό.
Ξέρω μόνο ότι, όταν κλείνω τώρα την πόρτα του σπιτιού μας, δεν θέλω να νιώθω πως πρέπει να απολογηθώ σε κανέναν γι’ αυτό.