«Μη ξαναπάρεις τον πρώην μου», μου είπε η κόρη μου — κι εκεί κατάλαβα ότι ίσως εγώ είχα ξεπεράσει το όριο
«Μη ξαναπάρεις τον πρώην μου τηλέφωνο. Δεν είσαι η αστυνομία μου», μου είπε η κόρη μου μέσα στην κουζίνα, με το κινητό στο χέρι και τα μάτια κόκκινα από τα νεύρα.
Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Μόνο έσφιξα τα χέρια μου στον πάγκο και είπα: «Σε απείλησε. Μου το είπες μόνη σου ότι σε περίμενε έξω από τη δουλειά.»
«Σου είπα ότι με περίμενε για να μιλήσουμε. Δεν σου είπα να τον πάρεις και να του πεις να εξαφανιστεί.»
Η κόρη μου είναι 26 χρονών. Γύρισε πριν από έξι μήνες στο σπίτι μας στο Περιστέρι, μετά τον χωρισμό της. Δουλεύει σε φαρμακείο στη Νέα Ιωνία και προσπαθεί να μαζέψει λεφτά για να νοικιάσει κάτι δικό της. Ο μισθός δεν φτάνει εύκολα, ειδικά με τα ενοίκια όπως έχουν πάει.
Ο πρώην της δεν ήταν άνθρωπος που φώναζε ή τη χτυπούσε. Αυτό είναι που με μπέρδευε περισσότερο. Της έστελνε δεκάδες μηνύματα, της έλεγε ότι χωρίς εκείνη δεν μπορεί να σταθεί, μετά της θύμιζε λεφτά που είχε δώσει σε εξόδους και διακοπές. Μια φορά της είπε ότι, αν τον αφήσει, θα πει στους δικούς του πως εκείνη τον εκμεταλλεύτηκε.
Και η κόρη μου, αντί να κόψει κάθε επαφή, απαντούσε. «Για να τελειώσει ήρεμα», έλεγε.
Εγώ όμως δεν μπορούσα να το δω ήρεμα. Όταν ήμουν μικρή, ο πατέρας μου έκανε ακριβώς αυτό στη μητέρα μου. Δεν τη χτυπούσε, αλλά την κρατούσε συνέχεια σε αγωνία. Άλλοτε έφευγε για μέρες, άλλοτε της έλεγε πως αν τον εγκαταλείψει θα φταίει αυτή για όλα. Η μητέρα μου έλεγε πάντα: «Μην ανακατεύεσαι, είναι δικά μας.»
Κι εγώ έμαθα να κάθομαι στο δωμάτιο και να ακούω πίσω από την πόρτα. Ίσως γι’ αυτό, όταν είδα την κόρη μου να κοιτάει συνέχεια το κινητό της, έννοιωσα ότι ξαναζούσα εκείνα τα χρόνια.
Την προηγούμενη εβδομάδα βρήκα τον αριθμό του στο κινητό της. Δεν έψαξα επίτηδες, ή τουλάχιστον έτσι λέω στον εαυτό μου. Είχε αφήσει το κινητό στο τραπέζι και ήρθε ειδοποίηση. Είδα το όνομά του, πάτησα, διάβασα δύο μηνύματα και μετά δεν μπόρεσα να σταματήσω.
Τον πήρα από το δικό μου τηλέφωνο. Του είπα: «Να μην την πλησιάσεις ξανά στη δουλειά. Αν συνεχίσεις, θα πάμε στο Αστυνομικό Τμήμα.»
Δεν με έβρισε. Μου είπε χαμηλόφωνα: «Κυρία μου, καταλαβαίνω ότι ανησυχείτε. Αλλά η κόρη σας μού λέει άλλα κάθε μέρα. Μια μου λέει να την αφήσω, μια μου λέει να μιλήσουμε. Δεν θέλω να την πιέζω, αλλά ούτε να με παρουσιάζετε σαν τέρας.»
Θύμωσα και του το έκλεισα. Τώρα όμως δεν είμαι σίγουρη ότι ήταν τόσο απλό όσο το είχα φτιάξει στο μυαλό μου.
Η κόρη μου έμαθε για το τηλεφώνημα επειδή εκείνος της έστειλε μήνυμα. Εκείνη είπε πως δεν τον δικαιολογεί, πως ξέρει ότι η σχέση τους την κούρασε και ότι πρέπει να βάλει όρια. Αλλά μου είπε και κάτι που με πόνεσε: «Δεν μπορώ να μάθω να προστατεύω τον εαυτό μου, αν αποφασίζεις πάντα εσύ για μένα.»
Ο άντρας μου μου είπε να της ζητήσω συγνώμη και να μην την πιέζω. Η αδελφή μου, πάλι, είπε ότι καλά έκανα και ότι “τα παιδιά σήμερα δεν καταλαβένουν τι κίνδυνοι υπάρχουν”. Κι εγώ είμαι στη μέση.
Της ζήτησα συγνώμη. Της είπα ότι φοβήθηκα. Δεν μου είπε ότι με συγχωρεί, μόνο μου είπε: «Θέλω να είσαι δίπλα μου, όχι μπροστά μου.»
Από τότε υπάρχει μια περίεργη σιωπή στο σπίτι. Τρώμε μαζί, μιλάμε για άσχετα, αλλά ξέρω ότι δεν μου λέει πια όσα μου έλεγε. Κι αυτό ίσως να είναι και δική μου ευθύνη.
Ακόμα πιστεύω ότι πρέπει να απομακρυνθεί από αυτή τη σχέση. Αλλά αρχίζω να καταλαβαίνω πως δεν μπορώ να της πάρω τον πόνο από τα χέρια για να μην τον νιώσει. Μπορώ μόνο να είμαι εκεί, αν με αφήσει.
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα επεμβαίνατε για να προστατεύσετε το παιδί σας ή θα κάνατε πίσω, ακόμα κι αν φοβόσασταν ότι θα πληγωθεί;