«Δεν είσαι γυναίκα αν δεν μπορείς να κάνεις παιδί»: Η φράση που την έκανε να φύγει από το ίδιο της το σπίτι
Το τελευταίο πράγμα που πήρα από το παλιό μας σπίτι ήταν ένα τάπερ με γεμιστά. Το είχε αφήσει η πεθερά μου στο ψυγείο, λες και θα επέστρεφα το βράδυ από τη δουλειά και θα συνεχίζαμε κανονικά τη ζωή μας.
Θυμάμαι να το κρατάω στο ένα χέρι, με μια σακούλα ρούχα στο άλλο, και να σκέφτομαι πόσο παράλογο ήταν που με απασχολούσε το τάπερ. Όχι τα χαρτιά του διαζυγίου που θα υπέγραφα λίγους μήνες μετά. Όχι ότι στα 35 μου γύριζα στο πατρικό μου στον Κορυδαλλό. Τα γεμιστά.
Με τον Στέλιο ήμασταν μαζί σχεδόν οκτώ χρόνια. Στην αρχή ήταν ένας άνθρωπος ήσυχος, πρακτικός, από αυτούς που δεν κάνουν μεγάλες δηλώσεις αλλά θα έρθουν να σε πάρουν με το μηχανάκι αν βρέχει. Παντρευτήκαμε σχετικά απλά, στο δημαρχείο και μετά τραπέζι με συγγενείς σε μια ταβέρνα στο Αιγάλεω. Η μητέρα του, η κυρία Ντίνα, είχε άποψη για όλα από την πρώτη μέρα. Για το νυφικό μου, για το ότι δεν έβαλα αρκετά κουφέτα, για το ότι δουλεύω σε φαρμακείο και γυρνάω αργά.
Τότε το έβλεπα σαν το κλασικό της πεθεράς. Έλεγα «εντάξει, μεγάλη γυναίκα, έτσι είναι». Ο Στέλιος γελούσε κιόλας.
«Μην της δίνεις σημασία, μωρέ. Η μάνα μου μιλάει πριν σκεφτεί.»
Μόνο που κάποια λόγια, όταν τα ακούς ξανά και ξανά, δεν μένουν απλώς στον αέρα.
Η πρώτη μου αποβολή έγινε πολύ νωρίς. Μόλις είχαμε προλάβει να το πούμε στους γονείς μας. Εγώ δεν ήξερα καν πώς να το περιγράψω. Δεν είχα προλάβει να νιώσω μητέρα, αλλά ένιωθα ότι μου είχαν πάρει κάτι. Ο Στέλιος ήταν στενοχωρημένος, το ξέρω. Με πήγε στο νοσοκομείο, έμεινε μαζί μου, μου έφερε νερό. Αλλά μετά από δύο μέρες έπρεπε, όπως είπε, «να μην το κάνουμε και θέμα».
Η πεθερά μου ήρθε σπίτι με σούπα και πορτοκάλια. Κάθισε απέναντί μου στον καναπέ, έσφιξε τα χείλη της και μου είπε:
«Εντάξει, Μαρία μου, συμβαίνουν αυτά. Αλλά να κοιτάξεις και λίγο τον εαυτό σου. Όλη μέρα όρθια, άγχος, καφέδες. Το σώμα θέλει ηρεμία για να κρατήσει παιδί.»
Δεν απάντησα. Πίστεψα ότι ίσως είχε δίκιο. Άρχισα να μετράω τους καφέδες, να αποφεύγω να σηκώνω σακούλες, να διαβάζω ό,τι έβρισκα στο ίντερνετ τα βράδια. Έκανα εξετάσεις, πήγα σε γυναικολόγους, σε αιματολόγο. Οι περισσότεροι έλεγαν πως πολλές φορές δεν βρίσκεται σαφής αιτία.
Η δεύτερη αποβολή με διέλυσε περισσότερο, γιατί αυτή τη φορά είχαμε ακούσει καρδιά. Είχα κρατήσει και τη φωτογραφία από τον υπέρηχο μέσα στο συρτάρι με τα εσώρουχα. Μετά δεν μπορούσα ούτε να ανοίξω το συρτάρι.
Εκεί άρχισαν τα πράγματα να αλλάζουν. Όχι απότομα. Πιο ύπουλα.
Η κυρία Ντίνα τηλεφωνούσε στον Στέλιο σχεδόν κάθε μέρα. Όταν πήγαινα στην κουζίνα, σταματούσε τη συζήτηση. Σε τραπέζια με συγγενείς, κάποιος ρωτούσε πότε θα κάνουμε παιδί κι εκείνη έλεγε: «Α, αυτά είναι του Θεού. Κάποιοι άνθρωποι είναι για άλλα πράγματα.»
Ο Στέλιος δεν έλεγε τίποτα.
Μια φορά, γυρίζοντας από εξέταση, του ζήτησα να κάνει κι εκείνος κάποιες εξετάσεις που μας είχε προτείνει ο γιατρός. Δεν τον κατηγόρησα. Ήθελα απλώς να το αντιμετωπίσουμε μαζί.
«Γιατί να κάνω εγώ;» μου είπε. «Οι γιατροί σε σένα κοιτάνε τόσον καιρό.»
Τον κοίταξα και περίμενα να καταλάβει τι είχε πει. Δεν το κατάλαβε. Ή ίσως το κατάλαβε και δεν ήθελε να το πάρει πίσω.
Η χειρότερη βραδιά ήταν στα γενέθλια του πεθερού μου. Ήμασταν όλοι στο σπίτι τους, με πλαστικά πιάτα από το σουβλατζίδικο και την τηλεόραση ανοιχτή χωρίς ήχο. Η ξαδέρφη του Στέλιου είχε έρθει με το μωρό της. Κάποια στιγμή το πήρα αγκαλιά. Μύριζε σαμπουάν και γάλα.
Η πεθερά μου με κοίταξε και είπε, αρκετά δυνατά για να την ακούσουν όλοι:
«Μακάρι να αξιωθείς κι εσύ, Μαρία. Γιατί γυναίκα χωρίς παιδί… τι να σου πω. Είναι μισή χαρά στο σπίτι.»
Δεν θυμάμαι αν ακριβώς έτσι το είπε. Θυμάμαι όμως τον τρόπο. Και θυμάμαι τον Στέλιο δίπλα μου να χαμηλώνει το βλέμμα στο πιάτο του.
Περίμενα. Ένα “μαμά, φτάνει”. Ένα “μη μιλάς έτσι”. Οτιδήποτε.
Τίποτα.
Σηκώθηκα, πήγα στο μπάνιο και κλείδωσα. Έκλαψα αθόρυβα, σαν να φοβόμουν ότι θα ενοχλήσω κι άλλο. Μετά έριξα νερό στο πρόσωπό μου, βγήκα, πήρα την τσάντα μου και είπα ότι δεν αισθανόμουν καλά. Ο Στέλιος ήρθε μαζί μου, αλλά στο αυτοκίνητο εκνευρίστηκε.
«Πάλι θα το τραβήξεις; Ξέρεις πώς είναι η μάνα μου. Δεν το είπε για να σε πληγώσει.»
Τότε του είπα ότι με πλήγωσε. Και ότι με πλήγωνε περισσότερο που εκείνος είχε μάθει να το θεωρεί φυσιολογικό.
Έφυγα δύο εβδομάδες αργότερα. Δεν ήταν ηρωικό. Έκλαιγα όταν μάζευα τα πράγματά μου. Έπαιρνα ένα μπλουζάκι και μετά καθόμουν στο κρεβάτι δέκα λεπτά. Η μάνα μου δεν είπε «στα έλεγα». Μόνο άνοιξε χώρο στη ντουλάπα μου και έστρωσε καθαρά σεντόνια.
Το διαζύγιο βγήκε συναινετικά, παρότι μέχρι τέλους ο Στέλιος έλεγε ότι υπερέβαλα. Δεν υπήρξαν φωνές στο δικηγορικό γραφείο. Αυτό, παράξενα, με έκανε να πονάω πιο πολύ. Σαν να τελείωνε κάτι σημαντικό με την ίδια αδιαφορία που είχε τελειώσει μέσα στο σπίτι μας.
Για καιρό δεν ήθελα ούτε να ακούω για παιδί. Έκανα συνεδρίες με ψυχολόγο, άλλαξα βάρδιες στο φαρμακείο και μετακόμισα μόνη μου σε ένα μικρό δυάρι στη Νίκαια. Το πρώτο διάστημα κοιμόμουν με το κινητό ανοιχτό, λες και κάποιος θα με μάλωνε επειδή δεν είχα βάλει πλυντήριο ή επειδή άργησα να γυρίσω.
Τον Πάνο τον γνώρισα χρόνια μετά, σχεδόν τυχαία, σε ένα τραπέζι φίλων. Είχε έναν γιο, τον Λεωνίδα, οκτώ χρονών τότε, και δεν προσπάθησε να μου πουλήσει καμία τέλεια εικόνα. Μου είπε από την αρχή ότι η συνεννόηση με την πρώην του ήταν δύσκολη κάποιες φορές, ότι το παιδί του θα προηγείται, ότι φοβόταν κι ο ίδιος να δεθεί ξανά.
Όταν του μίλησα για τις αποβολές, δεν είπε «μη στενοχωριέσαι, θα κάνεις παιδί». Μου κράτησε το χέρι και είπε μόνο: «Δεν φταις εσύ.»
Αυτή η απλή φράση με έκανε να κλάψω τόσο πολύ που ντράπηκα. Ο Λεωνίδας με φώναζε αρχικά Μαρία. Μετά από καιρό, από μόνος του άρχισε να λέει «η Μαρία μου». Δεν προσπάθησα ποτέ να πάρω τη θέση της μητέρας του. Έμαθα απλώς να του φτιάχνω τοστ όπως το ήθελε και να πηγαίνω στις γιορτές του σχολείου όταν μπορούσα.
Πριν από έξι μήνες γεννήθηκε η κόρη μας. Ακόμη δυσκολεύομαι να γράψω τη λέξη χωρίς να φοβάμαι ότι θα χαθεί. Τα βράδια, όταν ξυπνάει, ο Πάνος σηκώνεται συχνά πριν από μένα. Ο Λεωνίδας στέκεται στην πόρτα του δωματίου και ρωτάει ψιθυριστά αν μπορεί να τη δει.
Και κάποιες φορές, την ώρα που ζεσταίνω γάλα μισοκοιμισμένη, θυμάμαι εκείνο το τάπερ με τα γεμιστά. Δεν νιώθω θρίαμβο. Νιώθω απλώς ανακούφιση που δεν γύρισα πίσω να το πάρω.