Όταν ο εγγονός μου με κοίταξε σαν πορτοφόλι και όχι σαν γιαγιά, κατάλαβα πως αν δεν έβαζα όρια θα έχανα και εκείνον και τον εαυτό μου
«Δηλαδή τι θες να κάνω, γιαγιά; Να ρεζιλευτώ;» φώναξε ο Στέλιος και πέταξε τα κλειδιά του πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Το ποτήρι με το νερό κουνήθηκε και λίγες σταγόνες έπεσαν πάνω στο πλαστικό τραπεζομάντιλο με τα λεμόνια. «Για ένα χιλιάρικο μιλάμε. Δεν σου ζήτησα και το σπίτι.»
Τον κοίταζα και δεν τον αναγνώριζα. Ή μάλλον, αυτό ήταν το χειρότερο: τον αναγνώριζα πολύ καλά. Εγώ τον είχα φτιάξει έτσι, λίγο λίγο, χρόνο με τον χρόνο, κάθε φορά που έλεγα «δεν πειράζει, παιδί είναι», κάθε φορά που άνοιγα το πορτοφόλι για να κλείσω μια πληγή που δεν έκλεινε.
Η κόρη μου, η Μαρία, έφυγε για Γερμανία όταν ο Στέλιος ήταν τεσσάρων. «Μάνα, θα σταθώ στα πόδια μου και μετά θα τον πάρω κοντά μου», μου είχε πει στο λιμάνι, με μάτια πρησμένα από το κλάμα και ένα μπουφάν δανεικό. Δεν την έκρινα. Εδώ δεν έβγαινε η ζωή. Δούλευε όπου έβρισκε, χρωστούσε νοίκια, ο πατέρας του μικρού άφαντος. Έφυγε για να σωθεί. Και τον μικρό τον άφησε σε μένα.
Τον μεγάλωσα όπως μπορούσα. Και όπως δεν έπρεπε.
Τον πήγαινα σχολείο, τον περίμενα με το φαγητό έτοιμο, του έβαζα κρυφά στο μπουφάν χαρτζιλίκι για να μη νιώθει λιγότερο από τα άλλα παιδιά. Όταν η Μαρία δεν μπορούσε να στείλει λεφτά, έλεγα ψέματα.
«Η μαμά σου έστειλε, αγόρι μου.»
Δεν είχε στείλει.
Εγώ έδινα από τη σύνταξη του άντρα μου, που έφυγε νωρίς, κι από τη δική μου χηρείας. Μια φορά πούλησα και τα χρυσά σκουλαρίκια της μάνας μου για να του πάρω λάπτοπ. «Τα χρειάζεται για το σχολείο», είπα στον εαυτό μου. Μετά ήθελε καλύτερο κινητό. Μετά μηχανάκι. Μετά λεφτά για βενζίνες, για καφέδες, για «να μη με λένε γύφτο, γιαγιά». Αυτή η φράση με τρυπούσε, αλλά πλήρωνα.
Όσο μεγάλωνε, άλλαζε και ο τρόπος που μου μιλούσε. Στην αρχή με αγκάλιαζε και έλεγε «είσαι η μάνα μου εσύ». Μετά έγινε «άσε μας τώρα». Μετά «δεν καταλαβαίνεις». Και στο τέλος, μόνο αιτήματα.
«Θέλω διακόσια.»
«Δεν έχω, Στέλιο.»
«Πώς δεν έχεις; Πήρες σύνταξη.»
Το έλεγε έτσι απλά. Σαν να ήταν κοινός λογαριασμός. Σαν να του όφειλα εξηγήσεις για το τι τρώω, τι πληρώνω, αν άναψα θερμοσίφωνα.
Η Μαρία από μακριά είχε πάντα μια γνώμη. Σπάνια παρουσία. «Μην τον πιέζεις, μάνα. Του λείπω ήδη αρκετά.» Το είπε σε μια βιντεοκλήση, ενώ εγώ κρατούσα τον λογαριασμό του ρεύματος και έτρεμαν τα χέρια μου. Εύκολο να λες «μην τον πιέζεις» όταν δεν τον έχεις μπροστά σου να βαράει πόρτες.
Ο Στέλιος δεν τελείωσε ποτέ τη σχολή που πέρασε. Γράφτηκε, χάθηκε, είπε πως «δεν είναι γι’ αυτόν». Δούλεψε δυο μήνες σε καφέ και έφυγε γιατί τον «έπρηζαν». Μετά ήθελε να ανοίξει δική του δουλειά με έναν φίλο του, τον Περικλή. Με λεφτά δικά μου, βέβαια. Όλο σχέδια. Κανένα ξύπνημα πριν το μεσημέρι.
Κι εγώ; Εγώ πλήρωνα και σιωπούσα, γιατί μέσα μου είχα μια ενοχή που δεν ήταν καν δική μου. Σαν να έπρεπε να εξαγοράζω κάθε μέρα την απουσία της κόρης μου.
Μέχρι που πριν τρεις μήνες γύρισα από το φαρμακείο και τον άκουσα στο μπαλκόνι να μιλάει στο τηλέφωνο.
«Άσε, ρε, θα τα πάρω από τη γιαγιά. Την έχω. Θα γκρινιάξει λίγο και μετά θα τα δώσει.»
Έμεινα ακίνητη πίσω από την μπαλκονόπορτα. Με την τσάντα στο χέρι. Με τις εξετάσεις αίματος στην τσέπη. «Την έχω.» Δυο λέξεις. Τόσα χρόνια μέσα τους.
Το ίδιο βράδυ δεν κοιμήθηκα. Κοίταζα το ταβάνι και ένιωθα ντροπή. Όχι για εκείνον. Για μένα. Γιατί είχα αφήσει τον εαυτό μου να γίνει ΑΤΜ με παντόφλες.
Και ήρθε η μέρα με το χιλιάρικο. Ήθελε, λέει, να «κλείσει μια εκκρεμότητα». Δεν μου είπε ποια. Όταν του είπα όχι, στην αρχή γέλασε.
«Έλα, γιαγιά, κόψε το θέατρο.»
«Δεν είναι θέατρο. Δεν θα σου δώσω.»
«Γιατί;»
«Γιατί δεν έχω. Και γιατί δεν θέλω άλλο.»
Σηκώθηκε απότομα. «Όταν ήθελες να το παίζεις σωτήρας, ήταν καλά. Τώρα τι έπαθες;»
Εκεί πόνεσα πραγματικά. Όχι στη φωνή. Στη λέξη. Σωτήρας. Έτσι είχε δει όλη μου την αγάπη;
«Δεν σε έσωζα, Στέλιο. Σε μεγάλωνα.»
«Μεγάλωνες; Με λεφτά μόνο μεγάλωνες. Μη μου το παίζεις τώρα αγία.»
Έβαλα τα κλάματα, αλλά ήσυχα. Αυτό τον μπέρδεψε. Δεν του φώναξα. Δεν τον παρακάλεσα. Μόνο σηκώθηκα, πήγα στο συρτάρι, έβγαλα ένα τετράδιο και του το άφησα μπροστά.
Εκεί μέσα είχα γράψει τους τελευταίους έξι μήνες. Ρεύμα, νερό, κοινόχρηστα, φάρμακα, σούπερ μάρκετ, δικές του μεταφορές, δικοί του λογαριασμοί. Στο τέλος, το υπόλοιπο. Σχεδόν τίποτα.
«Από αύριο», του είπα, «αν θες χαρτζιλίκι, θα το βγάλεις. Αν θες σπίτι, θα με σέβεσαι. Αν θες να φύγεις, η πόρτα είναι ανοιχτή. Εγώ τελείωσα.»
Δεν είπε τίποτα για λίγα δευτερόλεπτα. Μετά πήρε το μπουφάν του και έφυγε χτυπώντας την πόρτα. Δυο μέρες δεν γύρισε. Η Μαρία με πήρε έξαλλη.
«Τι του είπες; Το παιδί είναι διαλυμένο!»
Και τότε, μετά από χρόνια, της μίλησα κι εγώ σαν μάνα.
«Το παιδί δεν διαλύθηκε τώρα, Μαρία. Χρόνια διαλύεται. Κι εγώ μαζί του. Μόνο που τώρα σταμάτησα να το κρύβω με πενηντάρικα.»
Γύρισε την τρίτη μέρα. Αμίλητος. Άφησε τα κλειδιά στο έπιπλο, όχι πετώντας τα αυτή τη φορά. Μου είπε μόνο: «Μπορώ να μείνω μέχρι να βρω δουλειά;»
Δεν έτρεξα να τον αγκαλιάσω. Ήθελα πολύ, αλλά όχι. Του έβαλα φαγητό. Κάθισε και έφαγε αργά, χωρίς κινητό, χωρίς ύφος. Έμοιαζε πάλι παιδί. Κουρασμένο παιδί.
Τώρα δουλεύει σε μια αποθήκη στον Ρέντη. Γυρίζει πονεμένος και νευρικός. Καμιά φορά πετάει πάλι κουβέντες, δεν άλλαξαν όλα σαν θαύμα. Αλλά τον περασμένο μήνα άφησε μόνος του εκατό ευρώ πάνω στο ψυγείο.
«Για το σπίτι», είπε χωρίς να με κοιτάξει.
Έκλαψα στην τουαλέτα για να μη με δει.
Τελικά η αγάπη χωρίς όρια δεν είναι πάντα αγάπη. Μερικές φορές είναι φόβος ντυμένος φροντίδα. Εγώ άργησα να το μάθω.
Εσείς θα αντέχατε να πείτε «ως εδώ» σε δικό σας άνθρωπο; Και πότε η βοήθεια σταματά να είναι στήριγμα και γίνεται καταστροφή;