«Δεν μπορώ να σε κρατάω κι εσένα όρθια», μου είπε ο άντρας μου όταν του ζήτησα απλώς να με βοηθήσει

«Αν δεν μπορείς να το αντέξεις, φύγε για λίγο στη μάνα σου», μου είπε ο άντρας μου μέσα στην κουζίνα, ενώ εγώ κρατούσα τον λογαριασμό της ΔΕΗ στο χέρι.

Δεν φώναξε. Αυτό με πείραξε περισσότερο. Το είπε κουρασμένα, σαν να μου έλεγε ότι τελείωσαν τα καθαριστικά.

«Δεν σου λέω να φύγω. Σου λέω ότι δεν γίνεται να πληρώνω μόνη μου το σπίτι, να πηγαίνω στη δουλειά και μετά να τρέχω κάθε μέρα στη μητέρα σου», του είπα.

Εδώ και οκτώ μήνες η πεθερά μου είχε πέσει στο μπάνιο και, παρότι δεν έμεινε κατάκοιτη, φοβάται να μένει μόνη. Ο άντρας μου έχασε τη δουλειά του από ένα συνεργείο στον Ασπρόπυργο σχεδόν την ίδια περίοδο. Από τότε πηγαινοέρχεται στο σπίτι της στο Περιστέρι, για ψώνια, φάρμακα, γιατρούς στο Κέντρο Υγείας και ό,τι άλλο προκύψει.

Στην αρχή έλεγα «εννοείται, η μάνα σου είναι». Και το εννοούσα. Έπαιρνα κι εγώ τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ, έφτιαχνα φαγητό σε τάπερ, έμενα μαζί της όταν εκείνος είχε ραντεβού στον ΟΑΕΔ — συγγνώμη, στη ΔΥΠΑ πλέον. Αλλά άρχισα να γυρνάω σπίτι και να νιώθω ότι δεν υπάρχει κανείς να ρωτήσει αν είμαι καλά.

Δουλεύω σε φούρνο, έξι μέρες τη βδομάδα. Μια μέρα έκανα διπλή βάρδια, μετά πέρασα από τη πεθερά μου γιατί είχε τελειώσει η πίεσή της, και όταν γύρισα στις δέκα το βράδυ, ο άντρας μου μου είπε μόνο: «Έβαλες τα λεφτά για το νοίκι;».

Του απάντησα άσχημα. «Εγώ θα βάλω; Εσύ τι ακριβώς κάνεις;»

Τον είδα να σφίγγεται. «Τρέχω όλη μέρα για τη μάνα μου.»

«Κι εγώ τρέχω για όλους, απλώς δεν το μετράει κανείς», του είπα.

Η αλήθεια είναι ότι δεν του είχα πει κάτι σημαντικό. Είχα τραβήξει 600 ευρώ από μια μικρή αποταμίευση που είχαμε για το αυτοκίνητο, για να καλύψω δύο λογαριασμούς και την κάρτα του σούπερ μάρκετ. Ντρεπόμουν να το πω, γιατί ήξερα ότι θα ένιωθε ακόμα πιο άχρηστος. Έλεγα πως θα τα μαζέψω κάπως με τα δώρα και με λίγες παραπάνω βάρδιες.

Μόνο που δεν τα μάζεψα.

Την προηγούμενη εβδομάδα ήρθε η αδελφή του στο σπίτι της μητέρας τους και είπε μπροστά μου: «Δεν γίνεται να τα κάνει όλα ο αδερφός μου. Κι εσύ, αφού δουλεύεις κοντά, μπορείς να περνάς πιο συχνά».

Δεν είπα τίποτα εκείνη τη στιγμή. Χαμογέλασα κιόλας, το θυμάμαι. Μετά, όμως, έκλαψα στο αυτοκίνητο σαν χαζή. Όχι γιατί δεν θέλω να βοηθάω την πεθερά μου. Την αγαπάω, μας έχει σταθεί πολλές φορές. Αλλά κανείς δεν με ρώτησε αν μπορώ.

Όταν τελικά είπα στον άντρα μου για τα 600 ευρώ, δεν θύμωσε όπως περίμενα. Κάθισε στην καρέκλα και είπε: «Γιατί δεν μου το είπες;»

«Γιατί κάθε φορά που ανοίγω κουβέντα για λεφτά ή για το σπίτι, είναι σαν να σου προσθέτω άλλο ένα βάρος.»

Και τότε μου είπε κάτι που με μπέρδεψε πιο πολύ: «Νομίζεις ότι δεν βλέπω; Απλώς δεν έχω δύναμη ούτε να σε βοηθήσω ούτε να παραδεχτώ ότι δεν μπορώ.»

Του είπα πως καταλαβαίνω, αλλά δεν γίνεται να εξαφανίζεται από τη σχέση μας επειδή περνάει δύσκολα. Εκείνος είπε πως νιώθει ότι τον κρίνω κάθε φορά που τον βλέπω χωρίς δουλειά. Ίσως να έχει δίκιο. Είχα αρχίσει να του μιλάω κοφτά, να κρατάω λογαριασμό για το ποιος έκανε τι, να μην του λέω καν ότι φοβάμαι.

Τώρα συμφωνήσαμε να μιλήσουμε με την αδελφή του και να μοιραστούν πιο καθαρά οι μέρες για τη μητέρα τους. Επίσης να δούμε αν δικαιούται βοήθεια στο σπίτι από τον δήμο, γιατί έτσι όπως πάει δεν αντέχεται. Αλλά ακόμα δεν ξέρω αν θα το τηρήσουμε ή αν σε δυο βδομάδες θα ξαναγίνουν όλα όπως πριν.

Τον αγαπάω και ξέρω ότι δεν διάλεξε να με αφήσει μόνη. Αλλά κι εγώ δεν μπορώ να συνεχίσω να είμαι η «δυνατή» που δεν χρειάζεται τίποτα. Μήπως τελικά η κατανόηση για τη δυσκολία του άλλου γίνεται αυτοκαταστροφή όταν εσύ έχεις φτάσει στα όρια σου; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;