«Δεν θα ξαναμπείς στο σπίτι αν συνεχίσεις έτσι» — και τότε κατάλαβα πως είχα χάσει κάτι πιο μεγάλο από έναν καβγά

«Αφού θες να κάνεις του κεφαλιού σου, άφησε τα κλειδιά και πήγαινε στο σπίτι σου». Αυτό μου είπε η μητέρα μου στην κουζίνα της, μπροστά στον νεροχύτη, ενώ έβραζε φασολάκια. Και εγώ, αντί να κάνω πίσω, της είπα «ωραία, να μην ξανάρθω τότε». Το άκουσε κι ο πατέρας μου από το σαλόνι και φώναξε «ντροπή σας, λες και είστε ξένες». Αλλά εκείνη τη στιγμή ένιωθα ακριβώς αυτό. Ξένη. Στο πατρικό μου, στο Περιστέρι, στο ίδιο σπίτι που είχα ακόμα κλειδιά από τότε που παντρεύτηκα.

Όλα ξεκίνησαν από κάτι που φαινόταν μικρό. Η μητέρα μου κρατούσε τον γιο μου δύο απογεύματα την εβδομάδα γιατί εγώ δουλεύω σε φαρμακείο και ο άντρας μου είναι οδηγός και γυρίζει ό,τι ώρα να ’ναι. Δεν μας έκανε χάρη μόνο, μας έσωζε. Παιδικός μέχρι τις 4, μετά ποιος; Τα ιδιαίτερα έξοδα τρέχουν, το ενοίκιο ανέβηκε, η ΔΕΗ ήρθε λες και φωτίζουμε πολυκατοικία. Οπότε ναι, στηριζόμουν πολύ πάνω της.

Το θέμα είναι ότι μαζί με τη βοήθεια ερχόταν και έλεγχος. Τι τρώει το παιδί, τι φοράει, αν βήχει, γιατί δεν τον πήγαμε παιδοωτορινολαρυγγολόγο, γιατί κοιμάται αργά, γιατί του πήρα κινητό παιχνίδι, γιατί δεν τον κοινωνικοποιώ αρκετά, γιατί τον πηγαίνω Αγγλικά από τώρα. Στην αρχή έλεγα «εντάξει, μάνα είναι, νοιάζεται». Μετά άρχισα να πνίγομαι.

Ένα απόγευμα πήγα να τον πάρω και τον βρήκα κουρεμένο. Όχι λίγο. Σχεδόν γουλί στα πλάγια. Της λέω «ποιος το έκανε αυτό;» και μου λέει πολύ άνετα «τον πήγα στον κουρέα της γειτονιάς γιατί δεν έβλεπε το παιδί». Της είπα «χωρίς να με ρωτήσεις;» και μου απάντησε «σιγά, παιδί σου είναι, δεν είναι κούκλα βιτρίνας». Εκεί τσακωθήκαμε άσχημα.

Δεν ήταν όμως μόνο το κούρεμα. Είχα κάνει κι εγώ τη δική μου βλακεία και δεν το είχα πει σε κανέναν. Εδώ και μήνες έψαχνα με τον άντρα μου να φύγουμε από το δυάρι και να πάμε λίγο πιο έξω, προς Ίλιον ή Πετρούπολη, να βρούμε κάτι πιο ανθρώπινο. Είχαμε βρει ένα διαμέρισμα και για την προκαταβολή σκεφτόμουν να ζητήσω βοήθεια από τους γονείς μου. Δεν το είχα ανοίξει ακόμα γιατί ήξερα τι θα ακούσω: «μακριά θα πάτε; και το παιδί; και ποιος θα βοηθάει;». Οπότε κράτησα κρυφό ότι ψάχναμε.

Το έμαθε όμως η μητέρα μου από την αδελφή μου, που το ήξερε στο περίπου. Και το έμαθε στραβά, σαν να ετοιμαζόμουν να πάρω το παιδί και να εξαφανιστώ. Όταν πήγα εκείνη τη μέρα, ήταν ήδη φορτισμένη. Μου είπε «τόσο καιρό σε κρατάμε και εσύ κανονίζεις πίσω από την πλάτη μας να φύγεις;» Της είπα «να φύγω πού; Στο σπίτι μου θα πάω, όχι στην Αυστραλία». Και τότε μου πέταξε το άλλο: «Δεν σε νοιάζει που ο πατέρας σου δεν είναι καλά και δεν το βλέπεις».

Εκεί κόλλησα. Ο πατέρας μου είχε αρχίσει τελευταία να ξεχνάει κάτι πράγματα, αλλά όλοι το ρίχναμε στην ηλικία και στο άγχος. Η μητέρα μου είπε ότι ο νευρολόγος στο Κέντρο Υγείας τού είχε συστήσει εξετάσεις και ότι εκείνη έτρεχε μόνη της. Μου το είπε σαν κατηγορία, όχι σαν παράπονο. Και είχε δίκιο ότι δεν ήμουν όσο παρούσα νόμιζα. Αλλά είχα και εγώ το δικό μου: κάθε φορά που πήγαινα να βοηθήσω, με διόρθωνε σε όλα. Πώς θα δώσω τα φάρμακα, τι θα μαγειρέψω, πώς θα μιλήσω στον πατέρα μου. Στο τέλος έκανα πίσω για να μην ακούμε φωνές.

Της είπα «δεν μου λες ποτέ καθαρά τι χρειάζεσαι, μόνο θυμώνεις». Και μου είπε «γιατί αν στο πω καθαρά, θα ακούσω ότι έχεις δουλειά». Αυτό με χτύπησε γιατί ήταν και αλήθεια. Είχα πει πολλές φορές «δεν μπορώ σήμερα, έχω βάρδια», «δεν μπορώ το Σάββατο, το παιδί έχει δραστηριότητα», «στείλε μήνυμα να δω». Κάποια ήταν δικαιολογημένα, κάποια όχι. Κάποια ήταν γιατί απλά δεν άντεχα την ένταση εκεί μέσα.

Μετά ήρθε το θέμα με τα κλειδιά. Μου είπε ότι μπαίνω και βγαίνω σαν να είναι δικό μου σπίτι, ότι ανοίγω ντουλάπια, ψάχνω χαρτιά, κάνω κουμάντο. Εγώ είχα πάρει κάτι λογαριασμούς της ΕΥΔΑΠ και του ρεύματος για να δω αν μπορώ να τους βάλω πάγια γιατί είχε κοπεί μία προθεσμία. Δεν της το είχα πει γιατί ήξερα ότι θα πει «εγώ δεν είμαι ανίκανη». Οπότε το έκανα μόνη μου και όταν το κατάλαβε, το είδε σαν προσβολή. Και μάλλον ήταν. Ακόμα κι αν είχα καλή πρόθεση.

Ο άντρας μου μού είπε μετά «δεν είναι μόνο ότι σε ελέγχει, είναι και ότι εσύ πας πάντα να διορθώσεις τα πράγματα χωρίς να ρωτήσεις». Στην αρχή θύμωσα που το είπε, αλλά μετά το σκέφτηκα. Έχει δίκιο. Όταν αγχώνομαι, γίνομαι απότομη, τα παίρνω όλα πάνω μου και μετά κρατάω μούτρα επειδή οι άλλοι δεν το εκτίμησαν.

Έχουν περάσει τρεις εβδομάδες. Δεν έχουμε ξανατσακωθεί γιατί δεν έχουμε ξαναμιλήσει κανονικά. Μόνο κάτι τυπικά για τον πατέρα μου και μια φορά για να πάει ο μικρός να τους δει. Τον πήγα, αλλά δεν ανέβηκα πάνω. Περίμενα στο αμάξι. Και όταν τον είδα να βγαίνει από την πολυκατοικία και να μου λέει «η γιαγιά έκλαιγε λίγο», μου ήρθε κόμπος. Γιατί κι εγώ έκλαψα μετά, αλλά πάλι δεν πήρα τηλέφωνο.

Δεν ξέρω αν το πιο σημαντικό είναι να της εξηγήσω ότι δεν είμαι παιδί για να μου ορίζει τη ζωή ή να καταπιώ τον εγωισμό μου και να πάω να την αγκαλιάσω πριν χαθεί κι άλλος χρόνος. Ξέρω μόνο ότι μέσα σε όλο αυτό χάθηκε εκείνη η αίσθηση ότι κάπου ανήκω χωρίς να απολογούμαι. Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Είναι πιο σημαντικό να έχεις δίκιο ή να μη χαθεί η σύνδεση;