«Δούλεψα χρόνια στη Γερμανία για να έχουν τα παιδιά μου ένα σπίτι — και τώρα με λένε ελεγκτικό επειδή προσπαθώ να προστατέψω την κόρη μου»
Είμαι 61 χρονών και τα περισσότερα ένσημά μου είναι από Γερμανία. Είκοσι δύο χρόνια, στο Μπίλεφελντ, σε εργοστάσιο με εξαρτήματα αυτοκινήτων. Δεν ήμουν κανένας σπουδαίος. Ξυπνούσα στις πέντε, έπαιρνα το ποδήλατο με βροχή και χιόνι, γύριζα με τα ρούχα να μυρίζουν λάδια. Όμως έστελνα λεφτά σπίτι και έλεγα στη γυναίκα μου, τη Μαρία, «να μη λείψει τίποτα στα παιδιά».
Γυρίσαμε οριστικά το 2008, λίγο πριν αρχίσουν όλα να στραβώνουν με τις δουλειές. Με τα λεφτά που είχαμε κρατήσει και με ένα δάνειο που το ξεχρεώσαμε μετά βίας, τελειώσαμε το διώροφο στο χωριό, έξω από τη Λάρισα. Στο κάτω σπίτι εμείς, πάνω η κόρη μας η Ελένη με τον άντρα της, τον Μάνο, όταν αποφάσισαν να μείνουν κοντά μας.
Δεν τους το χάρισα ακριβώς. Τους είπα να πληρώνουν λογαριασμούς και ό,τι μπορούσαν για τα έξοδα. Αλλά ενοίκιο δεν πήρα ποτέ. Είχα στο μυαλό μου ότι έτσι θα σταθούν στα πόδια τους. Ο Μάνος δουλεύει σε συνεργείο, καλό παιδί κατά βάση, αλλά τα λεφτά του δεν είναι σταθερά. Η Ελένη έκανε νύχια σε ένα μαγαζί στην πόλη, μετά έκανε δύο παιδιά και σταμάτησε. Το μικρό είναι τεσσάρων, η μεγάλη επτά.
Στην αρχή ήμασταν όλοι μια χαρά. Οι γονείς του Μάνου, ο Στέλιος και η Βάσω, έρχονταν τις Κυριακές. Η Βάσω έφερνε ταψιά με φαγητό, εγώ έψηνα κανένα κρέας στην αυλή, τα παιδιά έτρεχαν πάνω κάτω. Τι να πω, οικογένεια είναι, χάρηκα κιόλας που τα εγγόνια είχαν και τους άλλους παππούδες κοντά.
Σιγά σιγά άρχισα να νιώθω ότι δεν έρχονταν επίσκεψη. Έρχονταν σαν να είχαν δικό τους σπίτι.
Η Βάσω ανέβαινε επάνω χωρίς να πάρει τηλέφωνο. «Περνούσα και είπα να δω τα παιδιά», έλεγε. Μπορεί να ήταν δέκα το πρωί και η Ελένη να προσπαθούσε να κοιμίσει το μικρό. Άλλοτε ερχόταν με σακούλες από το σούπερ μάρκετ και μετά έκανε παρατήρηση γιατί υπήρχαν έτοιμα φαγητά στο ψυγείο. «Τι είναι αυτά που ταΐζετε τα παιδιά;»
Ο Στέλιος είχε άλλο θέμα. Τα χρήματα.
Μια φορά, ενώ ήμασταν όλοι στο τραπέζι, είπε στον Μάνο ότι καλό θα ήταν να βοηθήσουν λίγο γιατί είχαν μείνει πίσω σε δυο δόσεις της κάρτας. Δεν το είπε σαν χάρη, το είπε λες και ήταν υποχρέωση. Ο Μάνος χαμήλωσε το κεφάλι και η Ελένη κοίταζε το πιάτο της.
Μετά έμαθα ότι είχε δώσει 600 ευρώ, από κάτι που είχαν στην άκρη για τα σχολικά και για μια ζημιά στο αυτοκίνητο. Δεν ήταν πως θα πεινούσαν οι δικοί του, αλλά είχαν πάρει ένα καινούργιο ψυγείο με δόσεις και τους είχε έρθει βαριά.
Εκνευρίστηκα. Ίσως περισσότερο απ’ όσο έπρεπε.
Του είπα μια μέρα του Μάνου, ήρεμα στην αρχή, ότι αν θέλουν βοήθεια οι γονείς του, ας το συζητούν πρώτα μεταξύ τους. Δεν γίνεται να αδειάζει το σπίτι των παιδιών επειδή ο καθένας θεωρεί ότι δικαιούται κάτι.
«Δεν είναι δικά σου λεφτά, κύριε Κώστα», μου είπε.
Είχε δίκιο σε αυτό. Δεν ήταν δικά μου λεφτά. Αλλά ήταν η κόρη μου που το βράδυ κατέβαινε κάτω με τα μάτια πρησμένα και μου έλεγε ότι δεν ξέρει πώς θα βγει ο μήνας. Και ήταν τα εγγόνια μου που άκουγαν συζητήσεις για χρέη και μετά η μικρή ρωτούσε τη γιαγιά της αν “θα μας πάρουν το σπίτι”. Κάποιος, δεν ξέρω ποιος, της είχε πετάξει αυτή τη βλακεία.
Η Ελένη δεν μου ζήτησε ποτέ να μπω μπροστά. Αυτό με τρώει ακόμα. Μου έλεγε μόνο: «Μπαμπά, άσ’ το, θα το λύσουμε». Αλλά την έβλεπα να κλείνει το τηλέφωνο όταν ανέβαινε η Βάσω, να μαζεύει βιαστικά παιχνίδια, να μετράει χαρτονομίσματα πάνω στον πάγκο της κουζίνας και μετά να τα ξαναβάζει στο πορτοφόλι της.
Το χειρότερο έγινε πριν από δύο μήνες. Η Βάσω είχε μπει επάνω ένα απόγευμα με το κλειδί που είχε κρατήσει από τότε που γεννήθηκε το πρώτο παιδί. Η Ελένη ήταν στο μπάνιο, ο Μάνος στη δουλειά. Η πεθερά της άρχισε να ψάχνει έναν φάκελο που, όπως είπε μετά, νόμιζε ότι είχε αφήσει εκεί. Μέσα στον φάκελο ήταν λογαριασμοί και τα χρήματα που είχε βάλει η Ελένη στην άκρη από κάτι νύχια που έκανε στο σπίτι σε γνωστές.
Δεν λέω ότι τα πήρε. Η Ελένη δεν το είπε ποτέ. Αλλά μετά από εκείνη τη μέρα έλειπαν 150 ευρώ και έγινε χαμός. Η Βάσω ορκιζόταν ότι δεν άγγιξε τίποτα. Ο Μάνος φώναζε στην Ελένη ότι δεν γίνεται να κατηγορεί τη μάνα του χωρίς απόδειξη. Η Ελένη έκλαιγε, όχι τόσο για τα λεφτά, το κατάλαβα. Έκλαιγε επειδή κανείς δεν πίστευε ότι είχε δικαίωμα να νιώθει άβολα μέσα στο ίδιο της το σπίτι.
Εκεί έκανα αυτό που τώρα όλοι μου χρεώνουν.
Την επόμενη μέρα πήγα στον Μάνο στο συνεργείο. Του είπα πως το κλειδί πρέπει να επιστραφεί. Ότι οι επισκέψεις θα γίνονται με ένα τηλέφωνο πριν, όπως κάνουν όλοι οι άνθρωποι. Και ότι δεν θέλω να ξανασυζητηθεί οικονομική βοήθεια προς τους γονείς του χωρίς να συμφωνεί καθαρά η Ελένη.
Δεν τον απείλησα. Δεν του είπα να χωρίσει. Του είπα όμως και κάτι που μάλλον δεν έπρεπε: «Το σπίτι είναι δικό μου και αν δεν μπορείς να προστατέψεις την ηρεμία των παιδιών σου, θα βρω εγώ τρόπο».
Αυτό ήταν αρκετό.
Ο Μάνος το μετέφερε στους γονείς του όπως το άκουσε, ίσως και πιο βαριά. Ο Στέλιος ήρθε στην αυλή και με είπε άνθρωπο που αγοράζει τους άλλους επειδή έχτισε ένα σπίτι. Η Βάσω φώναζε ότι θέλω να της κόψω τα εγγόνια. Η Μαρία προσπαθούσε να τους ηρεμήσει, κι εγώ στεκόμουν σαν ηλίθιος με το λάστιχο στο χέρι, γιατί πότιζα τις ντοματιές όταν ήρθαν.
Η Ελένη κατέβηκε τελευταία. Δεν πήρε το μέρος κανενός. Μόνο είπε: «Σταματήστε, σας παρακαλώ, είναι τα παιδιά μέσα».
Από τότε οι γονείς του Μάνου δεν έχουν ξανανέβει. Ο Μάνος πηγαίνει τα παιδιά να τους δουν κάποιες Κυριακές. Η Ελένη δεν πάει πάντα. Μερικές μέρες είναι καλύτερα. Άλλες, ακούω βήματα επάνω αργά τη νύχτα και ξέρω ότι τσακώνονται, χωρίς να ακούω λέξεις.
Πριν λίγες μέρες η κόρη μου μου είπε ότι σκέφτονται να νοικιάσουν ένα μικρό σπίτι στην πόλη. Δεν ξέρω αν το θέλει πραγματικά ή αν πιστεύει ότι έτσι θα σταματήσουν όλοι να τραβάνε την πλευρά τους. Της είπα ότι θα τους βοηθήσω με την εγγύηση, αν αυτό αποφασίσουν. Με κοίταξε κάπως κουρασμένα και μου είπε: «Μην το κάνεις άλλο θέμα, μπαμπά».
Δεν απάντησα. Έβαλα καφέ σε δυο φλιτζάνια και κάθισα δίπλα της στο τραπέζι, μέχρι να έρθει η ώρα να πάρει τα παιδιά από το σχολείο.