«Κάνε λίγο υπομονή να μη χαλάσουμε τις σχέσεις» μου είπαν — μέχρι που κατάλαβα ότι για να υπάρχει ησυχία έπρεπε να εξαφανιστώ εγώ
«Μην αρχίζεις πάλι, σε παρακαλώ, μπροστά στη μητέρα μου», μου είπε ο άντρας μου στην κουζίνα, χαμηλόφωνα αλλά με εκείνο το ύφος που με κόβει στα δύο.
Και του απάντησα κι εγώ πολύ πιο απότομα απ’ όσο έπρεπε: «Δεν αρχίζω εγώ. Απλώς δεν γίνεται να αποφασίζουν όλοι για τη ζωή μας κι εγώ να λέω μόνο ναι».
Η μητέρα του ήταν στο σαλόνι και έκανε πως δεν ακούει. Μόνο που στην Ελλάδα αυτά δεν τα ακούνε μόνο οι τοίχοι. Τα καταλαβαίνουν όλοι.
Το θέμα δεν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Εδώ και ενάμιση χρόνο μένουμε σε διαμέρισμα που ανήκει στους γονείς του, στον πάνω όροφο από αυτούς, για να «μαζέψουμε λεφτά». Στην αρχή το δέχτηκα. Τα ενοίκια έχουν ξεφύγει, εγώ είχα μείνει για μήνες με part-time σε φροντιστήριο, ο άντρας μου δουλεύει σε τεχνική εταιρεία αλλά πληρώνεται όποτε θυμηθούν, είπαμε να βοηθηθούμε λίγο μέχρι να σταθούμε.
Μόνο που το «μέχρι να σταθούμε» έγινε μόνιμη κατάσταση. Και μαζί με αυτό έγινε μόνιμο και το να ανεβαίνει η μητέρα του χωρίς τηλέφωνο, να μου λέει πώς να καθαρίζω, τι να μαγειρεύω, γιατί δεν βάζω πλυντήριο πρωί «που έχει ήλιο», γιατί δίνουμε τόσα στο σούπερ μάρκετ, γιατί δεν πάω πιο συχνά από τη γιαγιά μου, γιατί δεν έχω ακόμα παιδί.
Ναι, το είπε κι αυτό. Δυο φορές. Μία μάλιστα μπροστά στην αδερφή του άντρα μου.
Ο άντρας μου συνήθως έλεγε το κλασικό: «Έτσι είναι η μητέρα μου, μην τα παίρνεις όλα προσωπικά». Κι εγώ για να μη γίνει χαμός, χαμογελούσα, έκανα πίσω, έλεγα από μέσα μου άστο, δεν αξίζει.
Μόνο που άρχισα να μη με αναγνωρίζω. Έπιανα τον εαυτό μου να ρωτάω αν «μας βολεύει» να πάω να δω τη δική μου μητέρα, λες και ήμουν φιλοξενούμενη. Να κρύβω σακούλες από μαγαζιά για να μη σχολιαστεί τι πήρα. Να νιώθω ενοχές αν παραγγείλουμε έναν καφέ απ’ έξω.
Και για να είμαι δίκαιη, δεν τα έκαναν όλα από κακία. Μας είχαν βοηθήσει πολύ. Δεν μας ζήτησαν ενοίκιο. Όταν έμεινα λίγο χωρίς δουλειά, η μητέρα του μου άφηνε ταψιά με φαγητό. Όταν ο πατέρας μου μπήκε στο νοσοκομείο, ο πεθερός μου ήταν ο μόνος που μας πήγε με το αμάξι στο Λαϊκό γιατί ο άντρας μου ήταν εκτός Αθήνας για δουλειά.
Γι’ αυτό και μπερδευόμουν. Έλεγα, μήπως είμαι αχάριστη; Μήπως όντως τα κάνω θέμα όλα;
Αλλά πριν δέκα μέρες έγινε κάτι που με έσπασε. Γύρισα σπίτι από τη δουλειά και βρήκα τη μητέρα του μέσα στην κρεβατοκάμαρά μας. Όχι στο σαλόνι, όχι στην κουζίνα. Στην κρεβατοκάμαρα. Είχε ανοίξει τη ντουλάπα και «συμμάζευε» τις χειμωνιάτικες κουβέρτες γιατί, λέει, «δεν αερίζονται έτσι όπως τα βάζεις».
Της είπα: «Σας παρακαλώ, μη μπαίνετε στο δωμάτιό μας όταν λείπουμε».
Και μου απάντησε κατευθείαν: «Στο σπίτι μας μένεις, κορίτσι μου, όχι σε ξένο».
Δεν φώναξε. Ούτε εγώ. Αλλά αυτό με πόνεσε πιο πολύ. Γιατί ήταν σαν να μου είπε κατάμουτρα ότι δεν έχω χώρο δικό μου πουθενά.
Το βράδυ το είπα στον άντρα μου και περίμενα έστω ένα «έχεις δίκιο». Αντί γι’ αυτό μου είπε: «Δεν το είπε έτσι. Και μην ξεχνάς πόσο μας έχουν στηρίξει».
Τότε του πέταξα κάτι που κρατούσα μήνες: «Μας έχουν στηρίξει ή μας έχουν δεμένους;»
Έγινε χαμός. Μου είπε ότι προσβάλλω τους γονείς του. Του είπα ότι με βολεύει μόνο όταν κάνω την ήσυχη. Μου είπε: «Εσύ δεν είπες ποτέ καθαρά ότι δεν αντέχεις, μόνο μούτρα έκανες». Και εκεί είχε ένα δίκιο. Γιατί εγώ πράγματι δεν είχα μιλήσει καθαρά. Περίμενα να καταλάβει μόνος του. Περίμενα να δει κάθε μικρό πράγμα που με έπνιγε. Κι όταν δεν το έβλεπε, μάζευα θυμό.
Και υπάρχει και κάτι ακόμα που δεν του είχα πει. Είχα βάλει κρυφά αίτηση για μια θέση σε εταιρεία στον Πειραιά, με καλύτερα λεφτά. Αν με έπαιρναν, είχα σκοπό να πιέσω να νοικιάσουμε έστω ένα μικρό σπίτι, ακόμα και πιο έξω, έστω Κορυδαλλό, Αιγάλεω, οπουδήποτε. Δεν του το είχα πει γιατί φοβόμουν ότι θα μου πει πάλι «πού να μπλέκουμε τώρα με ενοίκια, λογαριασμούς, εγγυήσεις».
Μόνο που με πήραν τηλέφωνο όσο ήμασταν τσακωμένοι, το άκουσε, και το έμαθε έτσι.
Εκεί άλλαξε όλη η κουβέντα. Μου είπε: «Άρα τόσο καιρό έκανες σχέδιο πίσω από την πλάτη μου;» Του είπα όχι σχέδιο, ανάγκη. Μου είπε ότι τον έκανα να νιώσει ότι δεν τον υπολογίζω. Και ξέρω ότι πάλι είχε ένα δίκιο. Γιατί αντί να πω «δεν πάει άλλο», έκανα κίνηση μόνη μου για να έχω διέξοδο.
Από τότε είμαστε σε μια περίεργη κατάσταση. Δεν έχουμε χωρίσει, ούτε κάτι τέτοιο. Μιλάμε, αλλά προσεκτικά. Η μητέρα του έχει καταλάβει ότι κάτι έγινε και τώρα είναι πιο τυπική, που ώρες ώρες είναι χειρότερο. Ο άντρας μου είπε πρώτη φορά: «Να βάλουμε ένα χρονοδιάγραμμα να φύγουμε». Αλλά μετά πρόσθεσε: «Όχι όμως με τρόπο που να νομίζουν οι δικοί μου ότι τους πετάμε». Κι εγώ εκεί πάλι κόλλησα. Γιατί πάντα κάπως πρέπει να μη στενοχωρηθεί κανείς, να μη χαλάσουν οι ισορροπίες, να μη γίνει παρεξήγηση. Και στο τέλος στενοχωριέμαι εγώ και σωπαίνω.
Δεν λέω ότι είμαι αθώα. Άργησα πολύ να βάλω όρια, τα άφηνα να περνάνε και μετά έσκαγα απότομα. Δεν ήμουν ειλικρινής ούτε με τον άντρα μου ούτε με τον εαυτό μου. Αλλά από την άλλη, πόση «υπομονή» πρέπει να κάνει ένας άνθρωπος μέχρι να εξαφανιστεί μέσα στο ίδιο του το σπίτι;
Τώρα περιμένω να μάθω αν θα προχωρήσει η δουλειά και αν όντως θα κάνουμε το βήμα να φύγουμε. Και μέσα μου έχω αυτό το μπέρδεμα: θέλω ηρεμία, αλλά όχι με τίμημα να μην έχω φωνή.
Εσείς τι λέτε; Όταν η βοήθεια της οικογένειας συνοδεύεται από συνεχή παρέμβαση, πρέπει να κάνεις πίσω για να υπάρχει ειρήνη ή να βάλεις όρια ακόμα κι αν χαλάσουν οι σχέσεις;