Άκουσε τυχαία μια συζήτηση για το σπίτι που της άφησε ο πατέρας της — και κατάλαβε πως οι αποφάσεις είχαν ήδη παρθεί χωρίς εκείνη
Το διαμέρισμα του πατέρα μου είναι στον Νέο Κόσμο, τρίτος όροφος χωρίς θέα, με ένα στενό μπαλκόνι που βλέπει σε απέναντι πολυκατοικία. Δεν είναι κάτι εντυπωσιακό. Δυάρι, παλιό, με μωσαϊκό στην είσοδο και ντουλάπια κουζίνας που ο πατέρας μου είχε βάψει μόνος του ένα περίεργο γκριζοπράσινο.
Όταν πέθανε, πριν από τέσσερα χρόνια, το άφησε σε μένα. Ο αδελφός μου είχε ήδη πάρει το πατρικό μας στην Καλαμάτα, οπότε δεν υπήρχε καβγάς ούτε παρεξήγηση. Παρ’ όλα αυτά, για μήνες δεν μπορούσα ούτε να μπω μέσα. Πήγαινα, άφηνα τα παντζούρια μισόκλειστα, καθάριζα λίγο τη σκόνη και έφευγα.
Τελικά το νοίκιασα σε μια κοπέλα που έκανε ειδικότητα στο νοσοκομείο. Τα χρήματα δεν ήταν πολλά, αλλά με βοήθησαν όταν μειώθηκαν οι ώρες μου στο φροντιστήριο όπου δουλεύω. Και κυρίως, ήξερα ότι υπήρχε ένα μέρος δικό μου. Όχι επειδή περίμενα να φύγω από τον Στέλιο. Απλώς το ένιωθα σαν μια ασφάλεια που μου είχε αφήσει ο πατέρας μου χωρίς να το πει.
Με τον Στέλιο είμαστε μαζί δώδεκα χρόνια, παντρεμένοι τα οκτώ. Δεν έχουμε παιδιά. Το προσπαθήσαμε για ένα διάστημα, μετά το αφήσαμε να ξεθυμάνει χωρίς να το συζητήσουμε πολύ. Ίσως αυτό ήταν λάθος μας γενικά: αφήναμε πολλά να ξεθυμαίνουν.
Η μητέρα του, η κυρία Ευγενία, μένει μόνη της στο Περιστέρι. Είναι εβδομήντα δύο, έχει αρθρίτιδα στα γόνατα και κάνει τα πράγματα πιο δύσκολα απ’ όσο είναι, αλλά δεν θα πω ότι είναι κακή γυναίκα. Όταν αρρώστησα με κορονοϊό, μου έφερνε σούπες στην πόρτα. Θυμόταν πάντα τη γιορτή μου. Απλώς ο Στέλιος δεν μπορούσε να της χαλάσει χατίρι ούτε σε πράγματα γελοία.
Αν έλεγε ότι η σάλτσα θέλει κι άλλο αλάτι, έβαζε κι άλλο αλάτι χωρίς να τη δοκιμάσει. Αν του ζητούσε να πάει να της αλλάξει μια λάμπα, άφηνε ό,τι κάναμε και έφευγε. Τα πρώτα χρόνια το έβρισκα τρυφερό. Μεγάλωσε σχεδόν μόνος της, αφού ο πατέρας του πέθανε νωρίς. Μετά άρχισα να νιώθω ότι δεν υπήρχε χώρος για δύο γυναίκες στη ζωή του, όχι με τον τρόπο που το λένε στις σαπουνόπερες. Πιο ύπουλα. Σαν να έπρεπε κάθε επιθυμία μας να περνάει πρώτα από τη δική της ανάγκη.
Το θέμα με τη μετακόμιση ξεκίνησε την άνοιξη. Εμείς μέναμε σε ενοίκιο στην Αγία Παρασκευή. Ο Στέλιος έλεγε ότι τα έξοδα μας πνίγουν, και είχε δίκιο. Το ενοίκιο είχε ανέβει, ο λογαριασμός του ρεύματος ερχόταν κάθε φορά σαν απειλή, κι εκείνος ως ηλεκτρολόγος είχε κάποιους μήνες καλές δουλειές και κάποιους πολύ πεσμένους.
Μου πρότεινε να κοιτάξουμε κάτι μικρότερο δυτικά, πιο κοντά στη μητέρα του. «Να μπορούμε να τη βοηθάμε κιόλας», είπε.
Δεν ενθουσιάστηκα, αλλά δεν είπα όχι. Του είπα μόνο ότι δεν ήθελα να μένουμε στην ίδια πολυκατοικία ή δίπλα. Γέλασε και είπε πως υπερβάλλω.
Ένα Σάββατο πήγαμε στην κυρία Ευγενία για φαγητό. Εγώ έφυγα νωρίτερα γιατί είχα αφήσει κάτι φωτοτυπίες στη δουλειά και έπρεπε να τις περάσω από το φροντιστήριο πριν κλείσει. Ο Στέλιος έμεινε εκεί, υποτίθεται για να της φτιάξει το καζανάκι.
Γύρισα περίπου στις επτά. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Άκουσα τις φωνές τους από την κουζίνα προτού με δουν.
«Με αυτά που θα πάρουμε από το σπίτι της Ιωάννας και με λίγες οικονομίες, βγαίνει μια χαρά», έλεγε η πεθερά μου.
Ο Στέλιος δεν απάντησε αμέσως.
«Θα της το εξηγήσω εγώ. Δεν το χρησιμοποιεί έτσι κι αλλιώς. Και δεν θα μείνουμε μαζί σου, μαμά. Απλώς κοντά.»
Πάγωσα. Δεν έκανα θόρυβο επίτηδες. Ήθελα να ακούσω, αν και ντράπηκα για τον εαυτό μου εκείνη τη στιγμή.
Η κυρία Ευγενία είπε: «Αν το πάρει στραβά, θα της περάσει. Άντρας της είσαι, δεν είσαι κανένας ξένος.»
Μπήκα στην κουζίνα με τις φωτοτυπίες ακόμα στο χέρι. Ο Στέλιος σηκώθηκε τόσο απότομα που έριξε κάτω το ποτήρι του. Δεν έσπασε. Αυτό θυμάμαι πιο καθαρά απ’ όλα, το νερό να απλώνεται στα πλακάκια και κανείς να μην σκύβει να το μαζέψει.
«Ποιο σπίτι μου θα πουλήσετε;» είπα.
Η πεθερά μου άρχισε να λέει ότι δεν εννοούσαν ακριβώς αυτό, ότι συζητούσαν λύσεις. Ο Στέλιος μου είπε να μην κάνω σκηνή μπροστά στη μητέρα του. Αυτό με εξόργισε περισσότερο από την ίδια την κουβέντα.
Δεν είπα πολλά εκεί. Φοβήθηκα ότι αν μιλούσα, θα έλεγα πράγματα που θα μετάνιωνα. Πήρα την τσάντα μου και έφυγα. Ο Στέλιος ήρθε σπίτι αργά, με εκείνο το ύφος του ανθρώπου που νιώθει αδικημένος επειδή τον έπιασαν.
Μου είπε ότι δεν είχε βάλει τίποτα μπροστά. Ότι μόνο το συζητούσαν. Ότι το διαμέρισμα είναι «παγωμένο κεφάλαιο» και πως θα μπορούσαμε να αγοράσουμε κάτι δικό μας, αντί να πληρώνουμε ενοίκια. Μιλούσε λες και ήταν μια επενδυτική απόφαση, όχι το σπίτι του πατέρα μου.
Τον ρώτησα γιατί το συζήτησε πρώτα με τη μητέρα του και όχι μαζί μου.
«Γιατί η μάνα μου ξέρει από τέτοια», είπε.
Του είπα πως το ακίνητο είναι αποκλειστικά στο όνομά μου, από κληρονομιά. Δεν χρειαζόταν να του το εξηγήσω, το ήξερε. Εκείνος χαμήλωσε τη φωνή και είπε: «Δεν σου λέω να κάνεις κάτι παράνομο, Ιωάννα. Οικογένεια είμαστε. Κοινές αποφάσεις παίρνουμε.»
Αλλά κοινή απόφαση δεν είναι να τη σχεδιάζεις με άλλον και μετά να ζητάς από τον άνθρωπο που αφορά να συναινέσει.
Τις επόμενες μέρες μιλούσαμε μόνο για τα απολύτως απαραίτητα. Πλήρωσε το ίντερνετ, έβγαλα τα ρούχα από το πλυντήριο, εκείνος κοιμήθηκε δύο βράδια στον καναπέ χωρίς να του το ζητήσω. Η κυρία Ευγενία με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι παρεξήγησα την πρόθεσή της. Μου τόνισε, μάλιστα, ότι αν της συνέβαινε κάτι, ο Στέλιος θα έπρεπε να τρέχει από την Αγία Παρασκευή και θα ήταν αργά.
Δεν της απάντησα άσχημα. Της είπα μόνο ότι λυπάμαι που φοβάται, αλλά δεν θα ξεπουλούσα την ασφάλειά μου για να λυθεί ένας φόβος που ο γιος της δεν μπορεί να διαχειριστεί.
Έπειτα μίλησα με μια δικηγόρο, περισσότερο για να ξέρω πού στέκομαι. Δεν υπήρχε πρακτικά καμία περίπτωση να γίνει πώληση χωρίς εμένα. Παρ’ όλα αυτά, η ανακούφιση δεν κράτησε. Το πρόβλημα δεν ήταν αν μπορούσαν. Ήταν ότι ένιωθαν πως έπρεπε.
Του είπα, μετά από μια εβδομάδα, ότι δεν θα πουλήσω το διαμέρισμα. Και ότι δεν θέλω να μετακομίσω κοντά στη μητέρα του. Εκείνος με κοίταξε σαν να του έκοβα κάτι που του ανήκε.
«Δηλαδή διαλέγεις ένα σπίτι από εμάς;» μου είπε.
Δεν του απάντησα αμέσως. Γιατί ένα κομμάτι μου ένιωσε ενοχή. Μετά όμως σκέφτηκα πως δεν ήταν το σπίτι απέναντί μας. Ήταν η ιδέα ότι μπορούσε να αποφασίσει για μένα, αρκεί να το παρουσίαζε ως οικογενειακό καλό.
Τον επόμενο μήνα βρήκα μικρότερο σπίτι προς ενοικίαση, πάλι στον Νέο Κόσμο, κοντά στο διαμέρισμα του πατέρα μου. Δεν μετακόμισα εκεί, δεν ήθελα να διώξω την κοπέλα που το νοίκιαζε. Μάζεψα όμως τα πράγματά μου από την Αγία Παρασκευή.
Ο Στέλιος δεν με σταμάτησε. Μου είπε μόνο ότι κάνω ένα λάθος που θα το μετανιώσω. Ίσως να έχει δίκιο σε κάποιο πράγμα, δεν ξέρω ακόμα. Καταθέσαμε αίτηση για συναινετικό διαζύγιο λίγους μήνες μετά, χωρίς φωνές αυτή τη φορά.
Προχθές πήγα στο παλιό διαμέρισμα για μια βλάβη στο θερμοσίφωνο. Η ενοικιάστρια έλειπε σε εφημερία και μου είχε αφήσει κλειδιά. Στάθηκα λίγο στην είσοδο, πάνω στο μωσαϊκό, και κοίταξα τα γκριζοπράσινα ντουλάπια που ακόμα δεν έχω βάψει.
Δεν ένιωσα θρίαμβο. Ένιωσα μόνο ότι, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, δεν χρειαζόταν να ζητήσω άδεια για να αποφασίσω τι θα κάνω με τη ζωή μου.