«Δεν θέλω να με στηρίζεις μόνο αν κάνω αυτό που θέλεις» — η κόρη μου παραιτήθηκε και το σπίτι μας πάγωσε
«Μη μου ξαναπείς ότι με στηρίζεις, αν εννοείς ότι με στηρίζεις μόνο όσο κάνω αυτό που θέλεις εσύ». Αυτό μου είπε η κόρη μου το Σάββατο, μέσα στην κουζίνα, και μετά πήρε την τσάντα της και έφυγε.
Όλα άρχισαν όταν μας ανακοίνωσε ότι παραιτήθηκε από το λογιστικό γραφείο όπου δούλευε σχεδόν τρία χρόνια στον Πειραιά. Είχε σύμβαση αορίστου χρόνου, ένσημα, δώρο, άδεια. Δεν έπαιρνε κανένα μεγάλο μισθό, αλλά τουλάχιστον ήταν κάτι σταθερό. Εγώ κι ο άντρας μου έχουμε περάσει ανεργίες, δάνεια, λογαριασμούς που δεν βγαίναν. Για εμάς η σταθερή δουλειά δεν είναι μικρό πράγμα.
«Και τι θα κάνεις τώρα;» τη ρώτησα.
«Θα δουλέψω ως γραφίστρια. Έχω ήδη δύο πελάτες και θα ψάξω κι άλλους. Θέλω να το προσπαθήσω σοβαρά.»
Της είπα πως δύο πελάτες δεν είναι δουλειά. Πως με το μπλοκάκι, τις εισφορές και την εφορία δεν είναι αστεία. Πως τα ενοίκια στην Αθήνα έχουν ξεφύγει. Εκείνη μένει ακόμη μαζί μας, σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Κερατσίνι, και έδινε λίγα για το σπίτι όταν μπορούσε.
Ο άντρας μου δεν μιλούσε. Μόνο στο τέλος είπε: «Μήπως να το κρατούσες για λίγο, μέχρι να στρώσει το άλλο;»
Η κόρη μου τον κοίταξε και είπε: «Δεν αντέχω άλλο εκεί μέσα. Σας το λέω μήνες.»
Εγώ, να πω την αλήθεια, νόμιζα ότι υπερέβαλλε. Όλοι κουραζόμαστε στη δουλειά. Ο προϊστάμενος της ήταν δύσκολος, της ζητούσε πράγματα τελευταία στιγμή, την έπαιρνε τηλέφωνο ακόμη και Κυριακές. Αλλά σκεφτόμουν ότι δεν γίνεται κάθε φορά που μας ζορίζει κάτι να φεύγουμε.
Της είπα, ίσως πιο απότομα απ’ όσο έπρεπε: «Δεν μπορείς να ζεις συνέχεια σαν να μην υπάρχουν συνέπειες. Αύριο αν δεν έχεις να πληρώσεις ούτε το κινητό σου, τι θα κάνεις;»
Και τότε μου είπε ότι είχε ήδη βρει μια φίλη της για να μοιραστούν σπίτι στα Πατήσια από τον επόμενο μήνα.
Εκεί εκνευρίστηκα περισσότερο. Όχι μόνο γιατί θα έφευγε, αλλά γιατί το είχε κανονίσει χωρίς να μας πει τίποτα. «Δηλαδή το αποφάσισες όλο μόνη σου και μας το ανακοινώνεις έτοιμο;» της είπα.
«Ναι, γιατί κάθε φορά που σας λέω κάτι, κάνετε συμβούλιο για τη ζωή μου. Εσύ, ο μπαμπάς, η γιαγιά στο τηλέφωνο, μέχρι και η θεία μου λέει τη γνώμη της.»
Δεν ήταν ψέμα. Την προηγούμενη εβδομάδα είχα πει στη μητέρα μου ότι η κόρη μου σκέφτεται να φύγει από τη δουλειά. Το είπα από αγωνία, όχι για να την εκθέσω. Αλλά η μητέρα μου την πήρε τηλέφωνο και της είπε: «Κορίτσι μου, μη πετάς μια σίγουρη δουλειά». Η κόρη μου κατάλαβε αμέσως ότι της το είχα πει εγώ.
Το χειρότερο ήταν ότι μου αποκάλυψε κάτι που δεν ήξερα. Εδώ και έξι μήνες έπαιρνε ηρεμιστικά που της είχε γράψει ψυχίατρος μέσω του ΕΟΠΥΥ, γιατί δεν κοιμόταν και είχε κρίσεις άγχους πριν πάει στο γραφείο. Δεν μου το είπε επειδή φοβόταν, όπως είπε, ότι θα της απαντούσα «όλοι έχουμε άγχος».
Και μάλλον θα το έλεγα. Αυτό με πείραξε πιο πολύ.
Δεν πιστεύω ότι έκανε όλα σωστά. Παραιτήθηκε πριν έχει σταθερό εισόδημα, έκλεισε σπίτι χωρίς να μας το συζητήσει και μας άφησε να νομίζουμε ότι στη δουλειά ήταν απλώς κουρασμένη. Από την άλλη, ούτε εγώ έκανα σωστά. Είχα αποφασίσει από πριν ότι η επιλογή της ήταν ανωριμότητα. Δεν τη ρώτησα καν τι είχε οργανώσει, πόσα χρήματα είχε στην άκρη ή πόσο καιρό το σκεφτόταν.
Την επόμενη μέρα της έστειλα μήνυμα. «Δεν συμφωνώ με όλα, αλλά θέλω να ξέρω ότι είσαι καλά. Αν θέλεις, να καθίσουμε να δούμε μαζί τα έξοδα και τι χρειάζεσαι, χωρίς φωνές.»
Μου απάντησε μετά από ώρες: «Θέλω να με βοηθήσεις, όχι να μου βρεις τρόπο να γυρίσω πίσω.»
Αυτό προσπαθώ να καταλάβω τώρα. Μπορώ να τη στηρίξω πραγματικά, χωρίς μέσα μου να περιμένω να παραδεχτεί ότι είχα δίκιο; Μπορεί να υπάρχει αγάπη και στήριξη, όταν δεν συμφωνείς με την επιλογή του άλλου; Εσείς τι λέτε;