«Έλα για λίγες μέρες», είπε η αδελφή του — και εκείνος άρχισε να νιώθει ξένος στο ίδιο του το σπίτι
Είμαι σαράντα οκτώ χρονών και, μέχρι πριν από έξι μήνες, είχα μάθει να μην ντρέπομαι που ζω μόνος.
Το λέω γιατί στην οικογένειά μου αυτό πάντα θεωρούνταν κάπως λυπηρό. Η μάνα μου, όσο ζούσε, έλεγε «καλό παιδί είσαι, αλλά πολύ μοναχικός». Η αδελφή μου, η Δέσποινα, το έλεγε πιο κομψά: «Κλείνεσαι πολύ στο σπίτι, Πέτρο». Σαν να ήταν το σπίτι μου κάποιο πρόβλημα που έπρεπε να θεραπευτεί.
Μένω σε ένα δυάρι στην Κυψέλη, τρίτος χωρίς ασανσέρ. Το νοικιάζω από το 2017. Δεν είναι μεγάλο, ούτε ιδιαίτερα φωτεινό. Έχω έναν μικρό καναπέ που τον πήρα μεταχειρισμένο, ένα γραφείο δίπλα στο παράθυρο και μια κουζίνα όπου ίσα που χωράνε δύο άνθρωποι χωρίς να ακουμπιούνται.
Για μένα ήταν αρκετό. Δούλευα σε εταιρεία με ανταλλακτικά αυτοκινήτων στον Ρέντη, γύριζα σπίτι, έφτιαχνα κάτι πρόχειρο, έβαζα ραδιόφωνο. Τα Σάββατα καθάριζα, πήγαινα λαϊκή, έβλεπα καμιά ταινία. Μπορεί σε άλλον να ακουγόταν μίζερο, αλλά μετά από έναν γάμο που τελείωσε άσχημα και χρόνια που έμενα σε σπίτια όπου υπήρχε μόνιμα ένταση, αυτή η ησυχία ήταν πολυτέλεια.
Τον Νοέμβριο με πήρε η Δέσποινα ένα βράδυ. Δεν με παίρνει συχνά τέτοιες ώρες.
Ο γιος της, ο Αντρέας, είναι είκοσι δύο. Σπουδάζει στα Τρίκαλα, ή μάλλον σπούδαζε. Είχε αφήσει τη σχολή πίσω, δούλευε περιστασιακά σε καφέ και, από ό,τι κατάλαβα, είχε μπλέξει σε έναν καβγά με τον πατέρα του. Η Δέσποινα είχε χωρίσει από τον άντρα της πριν χρόνια, αλλά ο Αντρέας έμενε μαζί του τον τελευταίο καιρό, επειδή εκείνη μένει σε γκαρσονιέρα με τη μικρή της κόρη.
«Μπορεί να μείνει σε σένα καμιά βδομάδα;» με ρώτησε. «Μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα;»
Δεν ήθελα. Η αλήθεια είναι αυτή. Όχι επειδή δεν αγαπάω το παιδί. Τον είχα πάντα αδυναμία. Αλλά τον ήξερα: καλός, ευαίσθητος, λίγο χαμένος, και απόλυτα συνηθισμένος να τον φροντίζουν οι άλλοι όταν τα πράγματα δυσκόλευαν.
Παρόλα αυτά, είπα ναι. Μου φάνηκε μικρό πράγμα. Μια βδομάδα.
Ήρθε με ένα σακίδιο, μια σακούλα από το Jumbo και το κινητό στο χέρι. Την πρώτη μέρα ήταν σχεδόν αόρατος. Κοιμόταν στον καναπέ, έτρωγε ό,τι έφτιαχνα και έλεγε συνέχεια «ευχαριστώ, θείε». Ένιωθα και άσχημα που μέσα μου μετρούσα ήδη τις μέρες.
Τη δεύτερη εβδομάδα άρχισαν τα μικρά. Άφηνε πιάτα στον νεροχύτη. Έπλενε τα ρούχα του και τα κρεμούσε όπου έβρισκε. Μιλούσε με τις ώρες στο τηλέφωνο στο μπαλκόνι, συνήθως μετά τα μεσάνυχτα. Μία φορά ξύπνησα στις δύο και μισή επειδή έβλεπε βίντεο χωρίς ακουστικά.
Του είπα ήρεμα να προσέχει λίγο με την ώρα.
«Ναι, ναι, συγγνώμη», μου είπε, χωρίς καν να σηκώσει τα μάτια από την οθόνη.
Μετά ήρθαν τα πιο δύσκολα, αυτά που δεν φαίνονται εύκολα όταν τα λες. Γυρνούσα από τη δουλειά και υπήρχε πάντα κάποιος μέσα. Η πόρτα του σπιτιού μου δεν άνοιγε πια σε σιωπή. Άνοιγε σε παπούτσια πεταμένα στον διάδρομο, σε μυρωδιά από τσιγάρο που είχε περάσει από το μπαλκόνι, σε μια φωνή που έλεγε «θείε, έχει τίποτα να φάμε;».
Άρχισα να μένω λίγο παραπάνω στη δουλειά χωρίς λόγο. Καθόμουν στο αυτοκίνητο παρκαρισμένος κάτω από το σπίτι και κοιτούσα την πολυκατοικία. Αυτό ήταν το χειρότερο. Είχα φτάσει να μην θέλω να ανέβω στο ίδιο μου το σπίτι.
Η Δέσποινα με έπαιρνε και ρωτούσε πώς είναι.
«Καλά είναι», έλεγα.
Μία φορά τόλμησα να πω ότι θα έπρεπε σιγά σιγά να βρει κάτι. Μου απάντησε αμέσως: «Πού να πάει, Πέτρο; Παιδί είναι ακόμα. Κι εσύ δεν έχεις και κανέναν εκεί.»
Αυτό το “δεν έχεις και κανέναν” με χτύπησε περισσότερο απ’ όσο περίμενα. Σαν να σήμαινε ότι επειδή δεν έχω γυναίκα, παιδιά ή ένα σπίτι γεμάτο κόσμο, ο χρόνος μου και ο χώρος μου είναι διαθέσιμα για όποιον τους χρειάζεται.
Δεν της είπα τίποτα τότε. Είπα μόνο «ναι, θα δούμε».
Τον Ιανουάριο ο Αντρέας βρήκε δουλειά σε ένα μαγαζί με καφέδες στην πλατεία Βικτωρίας. Χάρηκα πραγματικά. Πίστεψα ότι τώρα θα οργανωνόταν. Όμως η δουλειά ήταν απογευματινή και γυρνούσε αργά. Άρχισε να παίρνει και φίλους του σπίτι «για λίγο». Δυο φορές βρήκα άτομα που δεν ήξερα να κάθονται στον καναπέ μου, να πίνουν μπύρες και να μιλάνε δυνατά λες και ήταν φοιτητικό σπίτι.
Τη δεύτερη φορά δεν είπα τίποτα μπροστά τους. Περίμενα να φύγουν. Μετά του είπα ότι αυτό δεν θα ξαναγίνει.
Με κοίταξε λες και του είχα μιλήσει άδικα.
«Εντάξει, θείε, δεν έκαναν και τίποτα.»
«Δεν είναι θέμα τι έκαναν. Είναι ότι δεν τους κάλεσα εγώ.»
«Καλά, οκ. Μην τσιτώνεις.»
Εκεί τσίτωσα, όπως είπε. Του φώναξα ότι δεν είμαι ξενοδοχείο, ότι έχουν περάσει σχεδόν τρεις μήνες, ότι δεν γίνεται να πληρώνω τα πάντα και να κάνω πως δεν με ενοχλεί τίποτα. Είπα πράγματα που τα είχα μαζεμένα και βγήκαν όλα μαζί, άχαρα και σκληρά.
Εκείνος δεν φώναξε. Αυτό με έκανε να νιώσω ακόμα χειρότερα. Μάζεψε το κινητό του, πήγε στο μπαλκόνι και έμεινε εκεί πολλή ώρα. Την επόμενη μέρα έφυγε για δουλειά χωρίς να μου μιλήσει.
Το βράδυ βρήκα ένα σημείωμα στο τραπέζι. Έγραφε ότι θα πήγαινε σε έναν φίλο του για λίγες μέρες, ότι δεν ήθελε να είναι βάρος και ότι λυπόταν για όλα.
Δεν πήγε τελικά σε φίλο. Το έμαθα από τη Δέσποινα. Είχε κοιμηθεί δύο βράδια στο μαγαζί, σε μια αποθήκη πίσω από τον πάγκο, επειδή ντρεπόταν να της πει ότι δεν είχε πού να πάει.
Τότε ένιωσα απαίσια. Πήγα, τον βρήκα έξω από το μαγαζί στο διάλειμμά του. Του είπα να γυρίσει σπίτι, αλλά αυτή τη φορά να βάλουμε ημερομηνία. Όχι “μέχρι να δούμε”. Συμφωνήσαμε μέχρι τέλος Φεβρουαρίου, να δίνει κάτι για λογαριασμούς από τον μισθό του και να ψάξει δωμάτιο με έναν συνάδελφό του.
Γύρισε. Στην αρχή ήταν πιο προσεκτικός. Κι εγώ προσπαθούσα να μη μετράω κάθε ποτήρι που άφηνε έξω. Δεν έγινε ξαφνικά ιδανικός συγκάτοικος, ούτε εγώ έγινα πιο γενναιόδωρος άνθρωπος από τη μια μέρα στην άλλη.
Στα τέλη Φεβρουαρίου βρήκε ένα δωμάτιο στα Πατήσια με άλλον έναν πιτσιρικά. Τον βοήθησα να μεταφέρει δύο σακούλες και μια βαλίτσα με το αυτοκίνητο του ξαδέλφου μου. Όταν κατεβάσαμε τα πράγματά του, μου είπε απλώς «ευχαριστώ που δεν με πέταξες έξω».
Δεν ήξερα τι να του απαντήσω. Γιατί μέσα μου υπήρχε και ανακούφιση και ντροπή. Ήθελα να γυρίσω στο σπίτι μου, να κλείσω την πόρτα και να μην ακούγεται τίποτα. Αλλά δεν ήθελα να πιστεύει ότι τον ξεφορτώθηκα.
Τώρα έχουν περάσει τρεις εβδομάδες. Στο σπίτι είναι πάλι ήσυχα. Χθες, όταν άφησα το πιάτο μου στον νεροχύτη, το κοίταξα για λίγο και γέλασα μόνος μου. Μετά το έπλυνα αμέσως.
Ο Αντρέας μου στέλνει καμιά φορά φωτογραφίες από το δωμάτιό του. Στην τελευταία είχε πάρει ένα μικρό τραπεζάκι από αγγελία και το είχε βάλει δίπλα στο κρεβάτι. Του έγραψα ότι είναι μια χαρά.
Δεν ξέρω αν θα ξαναμείνει ποτέ κάποιος μαζί μου. Ξέρω μόνο ότι την επόμενη φορά δεν θα πω «όσο χρειαστεί». Θα ρωτήσω πρώτα πόσο είναι αυτό το όσο.