«Μπαμπάς, γιατί τώρα;» – Μια ιστορία για τα 51α γενέθλια που άλλαξαν τα πάντα

«Δηλαδή, αυτό ήταν;» ρώτησα με τρεμάμενη φωνή, κοιτώντας τον πατέρα μου στα μάτια. Το φως της λάμπας πάνω από το τραπέζι έριχνε σκιές στα πρόσωπά μας. Η μαμά είχε μόλις σβήσει το κερί στην τούρτα, και το σπίτι μύριζε ακόμα σοκολάτα και πορτοκάλι. Ήταν τα 51α γενέθλια του πατέρα μου, αλλά κανείς μας δεν χαμογελούσε πραγματικά.

Ο πατέρας μου, ο Γιάννης, έπαιζε νευρικά με το πιρούνι του. Η μαμά, η Ελένη, κρατούσε σφιχτά το φλιτζάνι του καφέ της, σαν να φοβόταν ότι αν το άφηνε θα έσπαγε κι εκείνο μαζί με την καρδιά της. Εγώ, η Μαρία, ήμουν ένα μήνα πριν τον γάμο μου και ένιωθα πως το έδαφος έφευγε κάτω από τα πόδια μου.

«Δεν είναι τόσο απλό, Μαρία», είπε ο πατέρας μου χαμηλόφωνα. «Δεν φεύγω επειδή δεν σας αγαπώ. Απλώς… δεν αντέχω άλλο αυτή τη ζωή.»

Η μαμά γύρισε το βλέμμα της προς το παράθυρο. Έξω, η βροχή χτυπούσε τα τζάμια. «Γιάννη, σε παρακαλώ. Μπορείς να περιμένεις; Να μην το κάνεις τώρα; Τουλάχιστον μέχρι να παντρευτεί η Μαρία;»

Ο πατέρας μου αναστέναξε βαθιά. «Ελένη, δεν ξέρω αν μπορώ να κάνω άλλη μια χρονιά υπομονή. Νιώθω πως πνίγομαι.»

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν τόσο βαριά που σχεδόν άκουγα την καρδιά μου να χτυπάει στα αυτιά μου. Ήθελα να ουρλιάξω, να τον ρωτήσω γιατί τώρα, γιατί έτσι. Αντί γι’ αυτό, σηκώθηκα και πήγα στο δωμάτιό μου.

Από εκείνη τη νύχτα, τίποτα δεν ήταν ίδιο στο σπίτι μας στη Νέα Σμύρνη. Ο πατέρας μου άρχισε να λείπει όλο και περισσότερο. Η μαμά έπλενε τα πιάτα αργά, σαν να προσπαθούσε να καθαρίσει μαζί και τις σκέψεις της. Εγώ προσπαθούσα να οργανώσω τον γάμο μου με τον Κώστα, αλλά κάθε φορά που κοιτούσα το νυφικό μου, ένιωθα ένα κόμπο στο στομάχι.

Ένα βράδυ, καθώς ετοίμαζα προσκλητήρια, η μαμά μπήκε στο δωμάτιο με κόκκινα μάτια.

«Μαρία, πρέπει να σου πω κάτι», ψιθύρισε.

«Ξέρω τι θα πεις», της απάντησα κουρασμένα. «Ότι πρέπει να είμαι δυνατή. Ότι ο μπαμπάς περνάει κρίση μέσης ηλικίας.»

Η μαμά κάθισε δίπλα μου και έπιασε το χέρι μου. «Όχι μόνο αυτό. Ξέρεις… κι εγώ κουράστηκα. Τόσα χρόνια προσπαθούσα να κρατήσω την οικογένεια ενωμένη. Αλλά ίσως ήρθε η ώρα να σκεφτώ κι εγώ τον εαυτό μου.»

Την κοίταξα απορημένη. Η μητέρα μου πάντα έβαζε τους άλλους πάνω από τον εαυτό της. Τώρα όμως έμοιαζε πιο αδύναμη αλλά και πιο ειλικρινής από ποτέ.

«Τι θα κάνεις;» τη ρώτησα.

«Θα του ζητήσω να μείνει για έναν χρόνο ακόμα. Να περάσει ο γάμος σου ήρεμα. Μετά… δεν ξέρω.»

Οι μέρες περνούσαν αργά και βασανιστικά. Ο πατέρας μου κοιμόταν στον καναπέ του σαλονιού ή έλειπε μέχρι αργά στη δουλειά του στο λογιστικό γραφείο στον Πειραιά. Η μαμά έκανε πως όλα ήταν φυσιολογικά, αλλά κάθε βράδυ άκουγα το κλάμα της πίσω από την κλειστή πόρτα της κρεβατοκάμαρας.

Ο Κώστας προσπαθούσε να με στηρίξει.

«Μαρία, αν θέλεις να αναβάλουμε τον γάμο…»

«Όχι!» σχεδόν φώναξα. «Δεν θα αφήσω τα προβλήματα των γονιών μου να καταστρέψουν τη ζωή μου.»

Αλλά μέσα μου ήξερα πως τίποτα δεν θα ήταν όπως το είχα φανταστεί.

Λίγες μέρες πριν τον γάμο, ο πατέρας μου με κάλεσε για καφέ στην παραλία της Γλυφάδας.

«Θέλω να σου μιλήσω σαν άνθρωπος προς άνθρωπο», είπε κοιτώντας τη θάλασσα.

«Πες μου», του απάντησα ψυχρά.

«Δεν θέλω να σε πληγώσω. Αλλά νιώθω πως έχασα τον εαυτό μου μέσα στα χρόνια. Η δουλειά, οι ευθύνες… Ξέχασα ποιος είμαι.»

«Και γιατί τώρα; Γιατί όχι πριν; Γιατί όχι μετά;»

Με κοίταξε με μάτια γεμάτα ενοχές. «Ίσως γιατί τώρα κατάλαβα πως δεν έχω άλλο χρόνο να χάσω.»

Γύρισα σπίτι πιο μπερδεμένη από ποτέ. Το βράδυ πριν τον γάμο, η μαμά ήρθε στο δωμάτιό μου με ένα κουτί στα χέρια.

«Αυτό είναι για σένα», είπε και μου έδωσε το κουτί με το νυφικό της.

«Το φόρεσα όταν παντρεύτηκα τον πατέρα σου», είπε χαμογελώντας θλιμμένα. «Ήμουν τόσο ευτυχισμένη τότε… Πίστευα πως τίποτα δεν θα μας χωρίσει.»

Την αγκάλιασα σφιχτά και κλάψαμε μαζί.

Ο γάμος έγινε όπως είχε προγραμματιστεί. Οι συγγενείς χαμογελούσαν στις φωτογραφίες, αλλά εγώ ένιωθα σαν να παίζω σε μια παράσταση που δεν είχα διαλέξει εγώ το σενάριο.

Μετά τον γάμο, ο πατέρας μου μετακόμισε σε ένα μικρό διαμέρισμα στην Καλλιθέα. Η μαμά άρχισε να πηγαίνει σε μαθήματα ζωγραφικής και να βγαίνει βόλτες με τις φίλες της στη Δραπετσώνα.

Εγώ προσπαθούσα να χτίσω τη δική μου οικογένεια με τον Κώστα, αλλά οι σκιές του παρελθόντος ήταν πάντα εκεί.

Ένα βράδυ, καθώς καθόμουν στο μπαλκόνι του νέου μας σπιτιού στη Νίκαια, αναρωτήθηκα:

«Άραγε μπορούμε ποτέ να ξεφύγουμε από τις πληγές της οικογένειάς μας; Ή μήπως κουβαλάμε πάντα μέσα μας όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ;»