«Μαμά, δεν αντέχω άλλο»: Η ιστορία μιας μάνας, μιας κόρης και ενός γκρεμισμένου σπιτιού στη Θεσσαλονίκη

«Μαμά, δεν αντέχω άλλο. Θέλω να φύγω!»

Η φωνή της Ματίνας αντηχεί ακόμη στ’ αυτιά μου, σαν να ήταν χθες. Ήταν βράδυ, τέλη Νοέμβρη, κι έξω η βροχή χτυπούσε τα τζάμια του μικρού μας διαμερίσματος στην Τούμπα. Εγώ καθόμουν στην κουζίνα, με τα χέρια βουτηγμένα στο νερό και το μυαλό μου βουτηγμένο στις έγνοιες. Η Ματίνα μπήκε φουριόζα, με τα μάτια κατακόκκινα και το πρόσωπο πρησμένο από το κλάμα.

«Τι έγινε, παιδί μου;» τη ρώτησα, αν και ήξερα. Ο Πέτρος, ο άντρας της, είχε αρχίσει πάλι τα ίδια. Ψυχρός, απόμακρος, με εκείνο το βλέμμα που σε κάνει να νιώθεις αόρατη. Από τότε που έμεινε έγκυος η Ματίνα, όλα άλλαξαν. Εκείνος έλεγε πως δεν ήταν έτοιμος για παιδί, πως ήθελε να ζήσει τη ζωή του. Εκείνη, πεισματάρα όπως πάντα, αποφάσισε να κρατήσει το μωρό.

«Δεν με θέλει πια, μαμά. Μου είπε να φύγω. Να πάρω το παιδί και να εξαφανιστώ!»

Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Θυμήθηκα τη δική μου μάνα, πώς με κοίταζε όταν της είπα ότι θα παντρευτώ τον πατέρα της Ματίνας. «Δεν είναι για σένα αυτός», μου είχε πει. Κι εγώ δεν την άκουσα. Τώρα, η ιστορία επαναλαμβανόταν.

«Ματίνα, θα σταθούμε στα πόδια μας. Έχεις εμένα. Δεν θα σε αφήσω ποτέ.»

Έκλαψε στην αγκαλιά μου για ώρα. Εκείνο το βράδυ πήρα μια απόφαση: ό,τι κι αν γίνει, θα στηρίξω την κόρη μου και το εγγόνι μου. Ακόμα κι αν ο Πέτρος αποφάσιζε να φύγει – που το ήξερα πως θα το έκανε – εγώ θα ήμουν εκεί.

Οι επόμενοι μήνες ήταν κόλαση. Η Ματίνα έκλαιγε συχνά, κοιμόταν ελάχιστα και το σώμα της άλλαζε μέρα με τη μέρα. Ο Πέτρος ερχόταν όλο και πιο σπάνια στο σπίτι. Μια μέρα, μπήκε μέσα με ένα σακίδιο στον ώμο.

«Φεύγω», είπε ξερά. «Δεν μπορώ άλλο.»

Η Ματίνα κατέρρευσε. Εγώ στάθηκα μπροστά του.

«Πού πας; Το παιδί σου δεν το σκέφτεσαι;»

Με κοίταξε με εκείνο το αδιάφορο βλέμμα.

«Δεν είμαι έτοιμος για όλα αυτά.»

Έφυγε χωρίς να γυρίσει πίσω.

Από εκείνη τη μέρα, έγινα μάνα και για τη Ματίνα και για το μωρό που ερχόταν. Δούλευα διπλοβάρδιες στο φούρνο της γειτονιάς για να τα βγάλουμε πέρα. Οι λογαριασμοί έτρεχαν – ΔΕΗ, νερό, κοινόχρηστα – κι εγώ μετρούσα τα κέρματα κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ.

Η γειτονιά μιλούσε. «Η κόρη της κυρίας Ελένης έμεινε μόνη της», ψιθύριζαν οι κυράδες στο μπαλκόνι. Κάποιοι μας λυπόντουσαν, άλλοι μας κατέκριναν. Η αδερφή μου η Σοφία ήρθε μια μέρα και μου είπε:

«Ελένη, δεν μπορείς να κουβαλάς όλο το βάρος μόνη σου. Πες στη Ματίνα να αφήσει το παιδί στη μάνα του Πέτρου.»

Την κοίταξα με θυμό.

«Το παιδί είναι δικό μας! Δεν θα το δώσουμε πουθενά.»

Η Ματίνα γεννήθηκε πρόωρα τον Μάιο. Το μωρό ήταν μικροσκοπικό – ένα κοριτσάκι με μεγάλα μάτια και μαύρα μαλλιά σαν της γιαγιάς της. Το ονομάσαμε Άννα.

Τις πρώτες εβδομάδες ήμουν παντού: άλλαζα πάνες, τάιζα τη μικρή, μαγείρευα για τη Ματίνα που είχε πέσει σε κατάθλιψη. Μια μέρα τη βρήκα να κάθεται στο πάτωμα του μπάνιου, με τα μάτια χαμένα.

«Δεν μπορώ άλλο, μαμά», ψιθύρισε. «Νιώθω άσχημη, κουρασμένη… Δεν είμαι πια εγώ.»

Της κράτησα το χέρι.

«Θα περάσει, αγάπη μου. Θα ξαναβρείς τον εαυτό σου.»

Όμως οι μήνες περνούσαν κι εκείνη βυθιζόταν όλο και πιο πολύ στη θλίψη. Ο Πέτρος δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά. Μόνο μια φορά τηλεφώνησε – ήθελε να μάθει αν μπορεί να πάρει διαζύγιο χωρίς να πληρώσει διατροφή.

«Αν θέλει να φύγει, ας φύγει», είπα στη Ματίνα ένα βράδυ που καθόμασταν μόνες στην κουζίνα. «Εγώ θα μεγαλώσω την Άννα. Εσύ έχεις όλο τον χρόνο μπροστά σου να ξαναβρείς τη χαρά σου.»

Με κοίταξε με δάκρυα στα μάτια.

«Μαμά… φοβάμαι ότι δεν θα τα καταφέρω ποτέ.»

Την αγκάλιασα σφιχτά.

Τα χρόνια πέρασαν δύσκολα αλλά και όμορφα με τον τρόπο τους. Η Άννα μεγάλωσε μέσα σε αγάπη – τη δική μου και της μητέρας της. Η Ματίνα σιγά-σιγά ξαναβρήκε τον εαυτό της: άρχισε να δουλεύει σε ένα φροντιστήριο αγγλικών, έκοψε τα μαλλιά της κοντά όπως όταν ήταν μικρή και άρχισε να γελάει ξανά.

Όμως η πληγή του διαζυγίου δεν έκλεισε ποτέ εντελώς. Τα βράδια που καθόμασταν οι τρεις μας στο μικρό σαλόνι, η Ματίνα συχνά χανόταν στις σκέψεις της.

«Μαμά… αν είχα κάνει άλλες επιλογές; Αν είχα φύγει εγώ πρώτη;»

Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Κι εγώ συχνά αναρωτιόμουν: αν είχα πιέσει περισσότερο τον Πέτρο; Αν είχα σταθεί πιο αυστηρή στη Ματίνα όταν γνώρισε αυτόν τον άνθρωπο; Ή μήπως όλα είναι γραμμένα;

Σήμερα η Άννα είναι πέντε χρονών και γελάει δυνατά όταν παίζει στην αυλή του σχολείου της. Η Ματίνα έχει ξαναβρεί τη χαρά της ζωής – όχι όπως πριν, αλλά αλλιώς: πιο ώριμη, πιο δυνατή.

Κι εγώ; Εγώ νιώθω περήφανη που στάθηκα δίπλα τους όταν όλοι οι άλλοι γύρισαν την πλάτη τους.

Αλλά κάποιες νύχτες ξαγρυπνώ και σκέφτομαι: Μήπως έπρεπε να κάνω κάτι διαφορετικά; Μήπως τελικά η αγάπη μιας μάνας αρκεί για να γιατρέψει όλες τις πληγές;

Εσείς τι λέτε; Θα κάνατε τα ίδια στη θέση μου;