«Μαμά, δεν είμαι πια παιδί»: Η ιστορία μου με τον Μιχάλη και τη μητέρα του
«Ακόμα κοιμάσαι; Ώρα να ετοιμάσεις πρωινό στον Μιχάλη!» Η φωνή της κυρίας Ελένης, της μητέρας του Μιχάλη, αντήχησε από το τηλέφωνο τόσο δυνατά που νόμιζα πως βρισκόταν δίπλα στο κρεβάτι μου. Άνοιξα τα μάτια μου και για μια στιγμή αναρωτήθηκα πού βρίσκομαι. Το μικρό διαμέρισμα στο Παγκράτι, γεμάτο με τα πράγματα του Μιχάλη, τις φωτογραφίες του από το στρατό, τα κύπελλα από το μπάσκετ, και παντού – παντού – η παρουσία της μητέρας του.
Σηκώθηκα μηχανικά. Ο Μιχάλης κοιμόταν ακόμα, ροχάλιζε ελαφρά, με το ένα χέρι απλωμένο πάνω στο μαξιλάρι μου. Κοίταξα το πρόσωπό του και θυμήθηκα πώς τον γνώρισα: Στο πάρτι γενεθλίων της φίλης μας της Μαρίας, πριν δύο χρόνια. Ήταν ο πιο αστείος άνθρωπος στο δωμάτιο, γελούσαμε ασταμάτητα όλο το βράδυ. Όταν τελείωσε το πάρτι, μου ζήτησε το τηλέφωνό μου. Περίμενα με ανυπομονησία να με πάρει – και όταν το έκανε, ένιωσα πως κάτι όμορφο ξεκινούσε.
Τώρα όμως, δύο χρόνια μετά, ένιωθα παγιδευμένη. Η κυρία Ελένη είχε κλειδί του σπιτιού μας. Ερχόταν απροειδοποίητα, άνοιγε τα ντουλάπια, έλεγχε αν έχω ψωνίσει «τα σωστά πράγματα για τον Μιχαλάκη», αν έχω πλύνει σωστά τα ρούχα του. Κάθε φορά που προσπαθούσα να της μιλήσω ευγενικά για τα όρια μας, εκείνη γελούσε: «Εσύ δεν έχεις μάθει ακόμα πώς φροντίζουν έναν άντρα στην Ελλάδα;»
Ένα πρωί, καθώς έφτιαχνα καφέ, ο Μιχάλης μπήκε στην κουζίνα με το κινητό στο χέρι. «Η μαμά λέει να μην ξεχάσεις να βάλεις φακές σήμερα», μου είπε αδιάφορα. Τον κοίταξα απορημένη. «Μιχάλη, γιατί δεν της λες να σταματήσει να ανακατεύεται;» Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. «Έτσι είναι οι μάνες εδώ. Άσ’ την, θα βαρεθεί.»
Δεν βαρέθηκε ποτέ. Αντίθετα, κάθε μέρα γινόταν χειρότερη. Ένα απόγευμα γύρισα σπίτι και τη βρήκα να αλλάζει τα σεντόνια μας. «Εσύ δεν ξέρεις να στρώνεις καλά το κρεβάτι», είπε αυστηρά. Ο Μιχάλης καθόταν στον καναπέ και έβλεπε ποδόσφαιρο. Δεν είπε τίποτα.
Άρχισα να νιώθω αόρατη μέσα στη δική μου ζωή. Οι φίλες μου με ρωτούσαν γιατί δεν βγαίνω πια μαζί τους, γιατί έχω χαθεί. Δεν ήξερα τι να τους απαντήσω. Ντρεπόμουν να παραδεχτώ ότι η ζωή μου είχε γίνει μια καθημερινή μάχη με μια γυναίκα που δεν ήταν καν η δική μου μητέρα.
Ένα βράδυ, μετά από έναν ακόμα καβγά με την κυρία Ελένη – αυτή τη φορά επειδή «δεν έβαλα αρκετό αλάτι στο φαγητό» – έκλεισα την πόρτα του μπάνιου και άρχισα να κλαίω σιωπηλά. Ο Μιχάλης ήρθε και χτύπησε την πόρτα.
«Τι έχεις πάλι;»
«Δεν αντέχω άλλο», ψιθύρισα. «Δεν είμαι υπηρέτρια ούτε δούλα σου.»
«Υπερβάλλεις», είπε ψυχρά. «Η μάνα μου θέλει το καλό μας.»
«Το καλό μας ή το καλό σου;»
Δεν απάντησε ποτέ σε αυτό το ερώτημα.
Τις επόμενες μέρες άρχισα να μαζεύω σιωπηλά τα πράγματά μου. Έκρυβα τα ρούχα μου σε μια βαλίτσα κάτω από το κρεβάτι. Έγραψα ένα γράμμα στη μητέρα μου στη Θεσσαλονίκη – δεν ήθελα να ανησυχήσει, αλλά έπρεπε να της πω την αλήθεια: ότι δεν είμαι ευτυχισμένη, ότι νιώθω ξένη στην ίδια μου τη ζωή.
Το τελευταίο πρωί, η κυρία Ελένη μπήκε ξανά χωρίς να χτυπήσει.
«Πάλι κοιμάσαι; Ο Μιχαλάκης πρέπει να φάει πριν πάει στη δουλειά!»
Σηκώθηκα αργά, την κοίταξα στα μάτια και της είπα: «Δεν είμαι η μάνα του Μιχάλη. Και δεν θα γίνω ποτέ.»
Εκείνη έμεινε άφωνη για πρώτη φορά.
Μάζεψα τα πράγματά μου και βγήκα από το σπίτι χωρίς να κοιτάξω πίσω. Ο Μιχάλης με πήρε τηλέφωνο πολλές φορές εκείνη τη μέρα – δεν απάντησα ποτέ.
Τώρα μένω μόνη μου σε ένα μικρό διαμέρισμα στα Εξάρχεια. Τα πρωινά ξυπνάω χωρίς φωνές, χωρίς εντολές, χωρίς ενοχές. Ακόμα αγαπάω τον Μιχάλη – ή μάλλον αυτό που νόμιζα ότι ήταν ο Μιχάλης – αλλά ξέρω πως δεν μπορείς να αλλάξεις έναν ενήλικο άντρα που δεν θέλει να μεγαλώσει.
Καμιά φορά αναρωτιέμαι: Πόσες γυναίκες στην Ελλάδα ζουν ακόμα στη σκιά μιας άλλης γυναίκας; Πόσες από εμάς θυσιάζουμε τον εαυτό μας για μια αγάπη που τελικά δεν είναι δική μας;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα μένατε ή θα φεύγατε;