«Γιατί δεν μπορείς να τα βρεις με τη μάνα μου;»: Η ιστορία μιας γυναίκας που συγκρίνεται διαρκώς με την πρώην του συζύγου της

«Γιατί δεν μπορείς να τα βρεις με τη μάνα μου; Η Μαρία ποτέ δεν είχε τέτοια προβλήματα!»

Η φωνή του Νίκου αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου. Ήταν βράδυ, καθόμασταν στο μικρό μας σαλόνι στην Καλλιθέα, και η τηλεόραση έπαιζε χαμηλά. Εγώ κρατούσα το φλιτζάνι του τσαγιού μου τόσο σφιχτά που νόμιζα πως θα σπάσει. Δεν ήξερα αν έπρεπε να απαντήσω ή να φύγω τρέχοντας.

«Δεν είμαι η Μαρία, Νίκο. Και δεν θα γίνω ποτέ», ψιθύρισα τελικά, προσπαθώντας να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Εκείνος αναστέναξε, σηκώθηκε και πήγε στο μπαλκόνι. Άναψε τσιγάρο, όπως πάντα όταν ήθελε να αποφύγει μια συζήτηση.

Από την πρώτη μέρα που γνώρισα την πεθερά μου, τη Θεανώ, κατάλαβα ότι τίποτα δεν θα ήταν εύκολο. Με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, σαν να ήμουν ένα ρούχο που δεν της άρεσε. «Ελπίζω να ξέρεις να μαγειρεύεις», είπε. «Ο Νίκος είναι συνηθισμένος σε καλή κουζίνα». Δεν απάντησα. Ήξερα ότι η Μαρία ήταν η αγαπημένη της. Η τέλεια νύφη. Η γυναίκα που έφτιαχνε γεμιστά κάθε Κυριακή και πήγαινε μαζί της στην εκκλησία.

Εγώ όμως δεν ήμουν έτσι. Δούλευα πολλές ώρες σε ένα λογιστικό γραφείο στο κέντρο της Αθήνας και τα Σαββατοκύριακα ήθελα να ξεκουραστώ, όχι να γυρνάω από σπίτι σε σπίτι και να ακούω σχόλια για το πόσο καλύτερη ήταν η προηγούμενη.

«Η Μαρία δεν παραπονιόταν ποτέ», μου είπε μια μέρα η Θεανώ, όταν αρνήθηκα να βοηθήσω στο καθάρισμα μετά το κυριακάτικο τραπέζι. «Ήταν σαν κόρη μου». Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. «Δεν είμαι υπηρέτρια κανενός», της απάντησα κοφτά. Από τότε, η σχέση μας έγινε ακόμα πιο ψυχρή.

Ο Νίκος προσπαθούσε να κρατήσει ισορροπίες, αλλά πάντα έβρισκε τρόπο να ρίξει το φταίξιμο σε μένα. «Δεν προσπαθείς αρκετά», έλεγε. «Αν ήσουν λίγο πιο διαλλακτική…»

Μια μέρα, μετά από έναν ακόμα καβγά, πήγα στη μητέρα μου στη Νέα Σμύρνη. Έκλαιγα με λυγμούς. «Μαμά, γιατί πρέπει πάντα να αποδεικνύω ότι αξίζω; Γιατί δεν μπορώ απλά να είμαι ο εαυτός μου;» Εκείνη με αγκάλιασε σφιχτά. «Κανείς δεν αξίζει να ζει στη σκιά μιας άλλης γυναίκας», μου είπε. «Αν ο Νίκος δεν μπορεί να το καταλάβει, τότε ίσως πρέπει να σκεφτείς τι πραγματικά θέλεις».

Γύρισα σπίτι αργά το βράδυ. Ο Νίκος με περίμενε ξάγρυπνος.

«Πού ήσουν;»

«Στη μαμά μου», απάντησα ψυχρά.

«Πάλι; Δεν καταλαβαίνεις ότι έτσι δίνεις δικαιώματα στη μάνα μου να λέει ότι δεν είσαι σταθερή;»

«Δεν με νοιάζει τι λέει η μάνα σου! Με νοιάζει τι λες εσύ!» φώναξα για πρώτη φορά τόσο δυνατά.

Σιωπή. Μια σιωπή που κράτησε ώρες.

Τις επόμενες μέρες, ο Νίκος ήταν απόμακρος. Ερχόταν αργά από τη δουλειά και απέφευγε κάθε συζήτηση για τη μητέρα του ή τη Μαρία. Εγώ ένιωθα σαν ξένη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.

Ένα Σάββατο πρωί, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Θεανώ.

«Θέλω να έρθεις σήμερα για φαγητό. Θα είναι και η Μαρία εδώ». Πάγωσα.

«Γιατί;»

«Γιατί θέλω να δεις πώς πρέπει να φέρεται μια νύφη», είπε και έκλεισε το τηλέφωνο.

Έμεινα ακίνητη για λίγα λεπτά. Ήθελα να ουρλιάξω, να σπάσω κάτι. Αντί γι’ αυτό, πήγα στο μπάνιο και κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη. «Δεν θα αφήσω κανέναν να με κάνει να νιώθω λίγη», είπα στον εαυτό μου.

Το μεσημέρι πήγα στο σπίτι της πεθεράς μου. Η Μαρία ήταν ήδη εκεί, χαμογελαστή όπως πάντα. Μου μίλησε ευγενικά, αλλά στα μάτια της έβλεπα μια θλίψη που δεν είχα προσέξει ποτέ πριν.

Καθίσαμε όλοι μαζί στο τραπέζι. Η Θεανώ δεν σταμάτησε στιγμή να επαινεί τη Μαρία: «Πόσο ωραία μαγειρεύει! Πόσο βοηθάει! Πόσο υπομονετική είναι!» Ο Νίκος κοιτούσε πότε εμένα, πότε εκείνη.

Κάποια στιγμή, η Μαρία σηκώθηκε και με πλησίασε στην κουζίνα.

«Ξέρω ότι σε δυσκολεύουν», μου είπε χαμηλόφωνα. «Κι εγώ τα ίδια πέρασα… Απλώς δεν μιλούσα ποτέ». Την κοίταξα έκπληκτη.

«Γιατί δεν μίλησες;»

«Γιατί φοβόμουν μην χάσω τον εαυτό μου… Αλλά τελικά τον έχασα έτσι κι αλλιώς», είπε και χαμογέλασε πικρά.

Γύρισα σπίτι αποφασισμένη. Το ίδιο βράδυ μίλησα στον Νίκο:

«Δεν θα γίνω ποτέ η Μαρία. Αν αυτό θέλεις, τότε ίσως πρέπει να ξανασκεφτείς τι ζητάς από μένα».

Εκείνος με κοίταξε για πρώτη φορά χωρίς θυμό, μόνο με απορία και ίσως λίγη θλίψη.

«Δεν θέλω να σε χάσω», είπε τελικά.

«Τότε σταμάτα να με συγκρίνεις με μια γυναίκα που δεν υπάρχει πια στη ζωή σου».

Από εκείνο το βράδυ άρχισαν όλα να αλλάζουν αργά αλλά σταθερά. Ο Νίκος προσπάθησε – όχι πάντα επιτυχημένα – να σταθεί δίπλα μου χωρίς συγκρίσεις. Η σχέση μου με τη Θεανώ παρέμεινε δύσκολη, αλλά τουλάχιστον τώρα ήξερα ότι δεν είμαι μόνη.

Συχνά αναρωτιέμαι: Πόσες γυναίκες στην Ελλάδα ζουν στη σκιά μιας άλλης; Πόσες φοβούνται να υψώσουν τη φωνή τους για να μην τις πουν «δύσκολες»; Μήπως τελικά αξίζει περισσότερο να είμαστε ο εαυτός μας παρά αρεστές στους άλλους;