Η Μάνα Μου Έδωσε το Σπίτι στην Πρώην Μου για τα Παιδιά – Η Ιστορία του Νίκου

«Μάνα, δεν το πιστεύω! Πώς μπόρεσες;» φώναξα, τα χέρια μου τρέμουν ακόμα και τώρα που το θυμάμαι. Η φωνή μου αντήχησε στο μικρό σαλόνι του πατρικού μας στη Νέα Σμύρνη, εκεί που μεγάλωσα, εκεί που έπαιζα με τον αδερφό μου και ονειρευόμουν μια μέρα να φτιάξω τη δική μου οικογένεια. Η μάνα μου, η κυρά-Ελένη, καθόταν απέναντί μου, με τα μάτια χαμηλωμένα, τα δάχτυλα να στριφογυρίζουν το μαντήλι της.

«Νίκο μου, για τα παιδιά το έκανα. Τα εγγόνια μου δεν φταίνε σε τίποτα. Η Μαρία δεν έχει πού να πάει…»

Η Μαρία. Η πρώην γυναίκα μου. Η γυναίκα που κάποτε λάτρεψα, που μαζί της έκανα δυο παιδιά, τον Γιώργο και τη μικρή Ελένη. Και τώρα, μετά από τόσα χρόνια γάμου, μετά από τόσους καβγάδες, προδοσίες και δάκρυα, βρέθηκα να χάνω όχι μόνο την οικογένειά μου αλλά και το ίδιο μου το σπίτι.

Όλα ξεκίνησαν πριν τρία χρόνια. Η κρίση είχε χτυπήσει για τα καλά. Εγώ δούλευα σε μια εταιρεία πληροφορικής, με μισθό που δεν έφτανε ούτε για τα βασικά. Η Μαρία είχε μείνει άνεργη μετά το κλείσιμο του φροντιστηρίου όπου δίδασκε αγγλικά. Τα νεύρα μας ήταν τεντωμένα, οι λογαριασμοί στοιβάζονταν στο τραπέζι της κουζίνας, και τα παιδιά μας κοιτούσαν με απορία κάθε φορά που υψώναμε τη φωνή.

«Δεν αντέχω άλλο αυτή τη μιζέρια!» είχε φωνάξει μια μέρα η Μαρία. «Δεν είσαι ποτέ εδώ! Όλο δουλεύεις ή κάθεσαι στον υπολογιστή σου!»

«Και τι να κάνω; Να αφήσω τη δουλειά και να πεινάσουμε;» της απάντησα. Ήξερα πως είχε δίκιο, αλλά δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς.

Έτσι ξεκίνησε η αρχή του τέλους. Οι καβγάδες έγιναν καθημερινότητα. Τα παιδιά κλείνονταν στο δωμάτιό τους για να μην ακούν τις φωνές μας. Μέχρι που ένα βράδυ, η Μαρία μάζεψε λίγα ρούχα και έφυγε με τα παιδιά στη μάνα της στην Καλλιθέα.

Έμεινα μόνος στο σπίτι. Το πατρικό μας, που κάποτε έσφυζε από ζωή, τώρα ήταν γεμάτο σιωπή. Η μάνα μου ερχόταν κάθε τόσο να με δει, να φέρει φαγητό, να με ρωτήσει αν είμαι καλά. Δεν ήμουν.

Το διαζύγιο βγήκε γρήγορα. Η Μαρία πήρε την επιμέλεια των παιδιών. Εγώ έβλεπα τον Γιώργο και τη μικρή Ελένη κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο. Προσπαθούσα να είμαι καλός πατέρας, αλλά ήξερα πως τους έλειπε η σταθερότητα.

Και τότε ήρθε το μεγάλο χτύπημα. Η μάνα μου με κάλεσε ένα απόγευμα.

«Νίκο, θέλω να σου πω κάτι σοβαρό», είπε με τη φωνή της σπασμένη.

«Τι έγινε;»

«Η Μαρία… Δεν μπορεί να πληρώσει το νοίκι στην Καλλιθέα. Τα παιδιά είναι στριμωγμένα σε ένα δωμάτιο. Σκέφτηκα… Να της δώσω το σπίτι εδώ στη Νέα Σμύρνη. Για τα παιδιά…»

Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου.

«Δηλαδή τι; Να φύγω εγώ;»

«Έχεις δουλειά, μπορείς να νοικιάσεις ένα μικρό διαμέρισμα. Η Μαρία… τα παιδιά…»

Δεν ήξερα αν έπρεπε να κλάψω ή να ουρλιάξω. Ένιωθα προδομένος από όλους – από τη μάνα μου, από τη Μαρία, ακόμα κι από τα ίδια μου τα παιδιά που χωρίς να το ξέρουν γίνονταν αιτία να χάσω τα πάντα.

Τις επόμενες μέρες δεν μιλούσα σε κανέναν. Πήγαινα στη δουλειά σαν ρομπότ, γύριζα σπίτι και καθόμουν στο σκοτάδι. Ο αδερφός μου ο Πέτρος προσπάθησε να με συνεφέρει.

«Ρε Νίκο, μην το παίρνεις έτσι. Η μάνα πάντα για τα παιδιά σκέφτεται…»

«Και εγώ τι είμαι; Δεν είμαι παιδί της;»

«Είσαι, αλλά τώρα έχει εγγόνια…»

Ένιωθα ότι όλοι είχαν βρει μια δικαιολογία για να με αφήσουν μόνο.

Η μέρα που μετακόμισα ήταν από τις χειρότερες της ζωής μου. Μάζεψα λίγα ρούχα και βιβλία σε δυο βαλίτσες και πήγα σε ένα μικρό δυάρι στον Κολωνό. Το σπίτι ήταν παλιό, με υγρασία στους τοίχους και θέα σε μια γκρίζα πολυκατοικία απέναντι. Κάθε βράδυ άκουγα τις φωνές των γειτόνων και σκεφτόμουν πώς κατέληξα έτσι.

Τα παιδιά ερχόντουσαν κάθε τόσο. Ο Γιώργος ήταν σιωπηλός, η μικρή Ελένη με ρωτούσε γιατί δεν μένουμε πια όλοι μαζί.

«Μπαμπά, γιατί δεν μπορούμε να είμαστε όπως πριν;»

Δεν ήξερα τι να απαντήσω.

Η Μαρία εγκαταστάθηκε στο πατρικό μας με τη βοήθεια της μάνας μου. Της έδωσε μέχρι και τα παλιά σερβίτσια της για να νιώθει «σαν στο σπίτι της». Όταν πήγα μια μέρα να αφήσω κάτι παιχνίδια των παιδιών, είδα τη Μαρία στην κουζίνα με τη μάνα μου να γελάνε σαν παλιές φίλες.

«Γεια σου Νίκο», είπε η Μαρία αμήχανα.

«Γεια», απάντησα ψυχρά.

Η μάνα μου προσπάθησε να σπάσει τον πάγο.

«Νίκο μου, κάτσε λίγο μαζί μας…»

Δεν άντεξα. Έφυγα χωρίς να πω λέξη.

Οι μήνες περνούσαν και εγώ πάλευα με τη μοναξιά και την αίσθηση ότι είμαι ξένος στην ίδια μου την οικογένεια. Στη δουλειά οι συνάδελφοι μιλούσαν για διακοπές και εξόδους κι εγώ μετρούσα τα ευρώ για το νοίκι και τους λογαριασμούς.

Μια μέρα ο Γιώργος ήρθε και με βρήκε μόνος στο διαμέρισμα.

«Μπαμπά… Μπορώ να σου πω κάτι;»

«Ό,τι θες αγόρι μου.»

«Η μαμά λέει πως πρέπει να είμαστε ευγνώμονες στη γιαγιά που μας έδωσε το σπίτι… Αλλά εγώ θέλω να μένουμε όλοι μαζί.»

Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα κι ένιωσα την καρδιά μου να σπάει.

«Κι εγώ το ίδιο θέλω», του είπα και τον αγκάλιασα σφιχτά.

Σκέφτηκα πολλές φορές να φύγω από την Αθήνα, να πάω κάπου αλλού να ξεκινήσω από την αρχή. Αλλά κάθε φορά που έβλεπα τα παιδιά ή άκουγα τη φωνή της μάνας μου στο τηλέφωνο – «Νίκο μου, όλα για τα παιδιά γίνονται» – ένιωθα δεμένος εδώ, σε αυτή την πόλη που με πλήγωσε αλλά και που αγαπώ.

Τώρα πια έχουν περάσει δύο χρόνια από τότε που έχασα το σπίτι μου. Η σχέση μου με τη μάνα μου είναι ψυχρή – μιλάμε τυπικά στις γιορτές και στα γενέθλια των παιδιών. Με τη Μαρία έχουμε βρει μια ισορροπία για χάρη των παιδιών, αλλά μέσα μου πάντα θα υπάρχει εκείνο το αγκάθι: ότι προτίμησαν εκείνη αντί για μένα.

Καμιά φορά αναρωτιέμαι: αξίζει τελικά η αυτοθυσία για τα παιδιά αν σημαίνει ότι χάνεις τον εαυτό σου; Ή μήπως η αγάπη μιας μάνας είναι τόσο δυνατή που μπορεί να πληγώσει χωρίς καν να το καταλάβει;

Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα συγχωρούσατε ή θα κρατούσατε την πίκρα μέσα σας;