Ήμουν Πολύ Σκληρή με τον Νίκο για το Χειροποίητο Δώρο του;

«Αυτό είναι;» Η φωνή μου ακούστηκε πιο κοφτή απ’ όσο ήθελα. Ο Νίκος στεκόταν μπροστά μου, με τα χέρια του ακόμα γεμάτα πριονίδια, κρατώντας εκείνο το ξύλινο κουτί που μόλις μου είχε δώσει για τα γενέθλιά μου. Το βλέμμα του έπεσε στο πάτωμα, σαν να ήθελε να χαθεί μέσα στις ρωγμές του παλιού μας διαμερίσματος στα Πατήσια.

«Το έφτιαξα μόνος μου… Ήθελα να έχεις κάτι μοναδικό», ψιθύρισε.

Δεν ήξερα τι να πω. Από τη μία, θυμήθηκα τα παιδικά μου χρόνια στη Λάρισα, όταν ο πατέρας μου έλειπε πάντα στη δουλειά και η μητέρα μου έλεγε πως τα δώρα πρέπει να είναι «κάτι που να φαίνεται». Από την άλλη, ένιωθα το βάρος της προσδοκίας να με πλακώνει. Είχα φανταστεί κάτι διαφορετικό – ίσως ένα ταξίδι, ένα δείπνο έξω, κάτι που να δείχνει πως με σκέφτηκε λίγο παραπάνω. Όχι ένα κουτί από ξύλο.

«Είναι ωραίο… απλώς… Περίμενα κάτι άλλο», είπα τελικά, προσπαθώντας να μαζέψω τα λόγια μου. Ο Νίκος δεν απάντησε. Πήγε στην κουζίνα και άρχισε να πλένει τα χέρια του, τρίβοντάς τα νευρικά κάτω από το νερό.

Η σιωπή ανάμεσά μας έγινε βαριά. Στο διπλανό δωμάτιο, ο μικρός του γιος, ο Μανώλης, έπαιζε με τα τουβλάκια του. Ο Νίκος ήταν μόνος πατέρας – η πρώην γυναίκα του είχε φύγει πριν τρία χρόνια για τη Γερμανία. Ήξερα πόσο δύσκολα τα έβγαζε πέρα, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα να δω πέρα από τη δική μου απογοήτευση.

«Δεν σου αρέσει;» με ρώτησε τελικά, χωρίς να με κοιτάξει.

«Δεν είναι αυτό… Απλώς… Ξέρεις, όλοι οι φίλοι μου πήραν κάτι ξεχωριστό φέτος. Η Μαρία πήγε στη Σαντορίνη, η Ελένη πήρε ένα καινούριο κινητό…»

«Εγώ δεν μπορώ να σου πάρω τέτοια πράγματα», είπε ήρεμα. «Αλλά αυτό το έφτιαξα με τα χέρια μου. Κάθε βράδυ μετά τη δουλειά, όταν ο Μανώλης κοιμόταν.»

Ένιωσα ένα σφίξιμο στο στήθος. Θυμήθηκα τις νύχτες που τον άκουγα να πριονίζει και να καρφώνει στο μπαλκόνι, αλλά ποτέ δεν αναρωτήθηκα τι έκανε. Ίσως γιατί πάντα περίμενα κάτι περισσότερο – όχι μόνο από εκείνον, αλλά κι από τη ζωή γενικότερα.

Το βράδυ εκείνο δεν μιλήσαμε άλλο. Κοιμηθήκαμε πλάτη με πλάτη. Το ξύλινο κουτί έμεινε πάνω στο τραπέζι, άδειο.

Τις επόμενες μέρες, η ατμόσφαιρα στο σπίτι ήταν ηλεκτρισμένη. Ο Νίκος ήταν πιο σιωπηλός από ποτέ. Εγώ προσπαθούσα να δικαιολογήσω τον εαυτό μου: «Δεν ήταν λάθος που του το είπα; Μήπως ήμουν πολύ σκληρή;» Κάθε φορά που έβλεπα το κουτί, θυμόμουν τη μάνα μου να λέει πως «οι άντρες πρέπει να δείχνουν την αγάπη τους με πράξεις». Μα τι είναι πράξη; Ένα ακριβό δώρο ή κάτι που φτιάχνεται με κόπο;

Μια μέρα, καθώς έπινα καφέ στη βεράντα, ήρθε η γειτόνισσα, η κυρία Σοφία.

«Τι έχεις, κορίτσι μου; Σε βλέπω χλωμή», είπε.

Της τα είπα όλα – για το δώρο, για τον Νίκο, για το πώς ένιωθα ότι δεν με καταλαβαίνει.

«Ξέρεις τι θα έδινα εγώ για να έχω έναν άντρα που να φτιάχνει κάτι μόνο για μένα;» είπε γελώντας πικρά. «Ο δικός μου μόνο καυγάδες ήξερε να φτιάχνει.»

Τα λόγια της με τάραξαν. Ήμουν άδικη; Μήπως είχα αφήσει τις προσδοκίες των άλλων να καθορίσουν τι αξίζει;

Το ίδιο βράδυ, ο Μανώλης ήρθε και κάθισε δίπλα μου.

«Θα βάλεις κάτι μέσα στο κουτί;» με ρώτησε αθώα.

Τον κοίταξα και χαμογέλασα αμήχανα. «Δεν ξέρω ακόμα.»

«Ο μπαμπάς το έφτιαξε για σένα γιατί σε αγαπάει», είπε και έφυγε τρέχοντας.

Έμεινα μόνη με τις σκέψεις μου. Θυμήθηκα τον πατέρα μου – πάντα απόμακρος, πάντα απών. Πόσες φορές είχα ευχηθεί να κάνει κάτι μόνο για μένα; Να δείξει ότι νοιάζεται; Και τώρα που το είχα μπροστά μου, το απέρριψα γιατί δεν ήταν όπως το είχα φανταστεί.

Το επόμενο πρωί βρήκα τον Νίκο στην κουζίνα.

«Συγγνώμη», του είπα χαμηλόφωνα. «Ήμουν άδικη μαζί σου.»

Με κοίταξε για πρώτη φορά μετά από μέρες. «Δεν πειράζει. Ξέρω ότι δεν είναι εύκολο…»

«Όχι», τον διέκοψα. «Είναι εύκολο να ξεχνάς τι έχει σημασία όταν όλοι γύρω σου σου λένε τι πρέπει να θέλεις.»

Κάθισε δίπλα μου και πιάσαμε τα χέρια μας πάνω στο τραπέζι. Για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωσα ότι ήμασταν πραγματικά μαζί – όχι επειδή όλα ήταν τέλεια, αλλά επειδή μπορούσαμε να μιλάμε ανοιχτά για όσα μας πονούσαν.

Το κουτί το γέμισα τελικά με μικρά σημειώματα – κάθε μέρα ένα λόγο που αγαπώ τον Νίκο και τον Μανώλη. Έγινε το πιο πολύτιμο αντικείμενο στο σπίτι μας.

Τώρα αναρωτιέμαι: Πόσες φορές αφήνουμε τις προσδοκίες των άλλων να μας στερούν τη χαρά των απλών πραγμάτων; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;