Η Μάνα Μου Δεν Θέλει να Κρατήσει τα Παιδιά – Κι Εγώ Πρέπει να Στηρίξω την Οικογένειά Μου
«Δεν μπορώ, Μαρία. Δεν γίνεται να σου κρατάω τα παιδιά κάθε μέρα. Έχω κι εγώ ζωή!»
Η φωνή της μάνας μου αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, σαν χαστούκι που δεν περίμενα. Στέκομαι μπροστά της, με τα μάτια υγρά, τα χέρια σφιγμένα στο παλιό τραπέζι της κουζίνας. Τα παιδιά μου, η Ελένη, ο Νίκος και η μικρή Άννα, παίζουν στο διπλανό δωμάτιο. Η Άννα μόλις έξι μηνών όταν ο Γιώργος μου έφυγε ξαφνικά – ένα τροχαίο, ένα τηλεφώνημα στη μέση της νύχτας, και μετά σιωπή. Από τότε, όλα άλλαξαν.
«Μάνα, σε παρακαλώ… Δεν σου ζητάω να τα κρατάς κάθε μέρα. Μόνο δυο απογεύματα τη βδομάδα, όταν δουλεύω στο μαγαζί του κυρίου Σταύρου. Δεν έχω άλλον…»
Με κοιτάζει ψυχρά. «Εγώ μεγάλωσα εσένα και τον αδερφό σου μόνη μου. Δεν είχα βοήθεια. Τώρα θέλω να ζήσω κι εγώ λίγο. Να πάω μια βόλτα, να πιω έναν καφέ με τις φίλες μου.»
Τα λόγια της με πληγώνουν περισσότερο από όσο θα ήθελα να παραδεχτώ. Θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια, τη μάνα μου να δουλεύει ασταμάτητα, να μας φωνάζει πως πρέπει να γίνουμε δυνατοί. Πάντα έλεγε πως η οικογένεια είναι πάνω απ’ όλα. Τώρα όμως, όταν τη χρειάζομαι περισσότερο από ποτέ, γυρίζει την πλάτη.
Ο αδερφός μου ο Κώστας βοήθησε όσο μπορούσε τους πρώτους μήνες. Μου έφερνε ψώνια, πλήρωνε το ρεύμα όταν δεν είχα να το καλύψω. Αλλά έχει κι αυτός δυο παιδιά και μια γυναίκα που γκρινιάζει συνεχώς για τα έξοδα. «Μαρία, δεν μπορώ άλλο», μου είπε πριν λίγες εβδομάδες. «Πρέπει να κοιτάξω και τη δική μου οικογένεια.»
Έτσι βρέθηκα μόνη, με τρία παιδιά και έναν μισθό που δεν φτάνει ούτε για τα βασικά. Το σπίτι είναι δικό μας – ευτυχώς δεν πληρώνω ενοίκιο – αλλά οι λογαριασμοί τρέχουν, το φαγητό λιγοστεύει και τα παιδιά μεγαλώνουν με ερωτήσεις στα μάτια.
«Μαμά, γιατί δεν έρχεται πια ο μπαμπάς;» με ρώτησε η Ελένη ένα βράδυ. Της χάιδεψα τα μαλλιά και της είπα πως ο μπαμπάς είναι στον ουρανό και μας προσέχει. Αλλά ποιος προσέχει εμάς εδώ κάτω;
Στο μαγαζί του κυρίου Σταύρου δουλεύω ταμείο και καθαρίζω μετά το κλείσιμο. Η μυρωδιά του καμένου καφέ έχει ποτίσει τα ρούχα μου. Οι πελάτες συχνά με κοιτούν περίεργα – ξέρουν όλοι τι συνέβη, σε μια μικρή πόλη τίποτα δεν μένει κρυφό.
«Πώς τα βγάζεις πέρα, Μαρία;» με ρωτάει η κυρία Ειρήνη από το διπλανό φούρνο.
«Όπως όλοι», απαντώ ψέματα. Γιατί η αλήθεια είναι πως δεν τα βγάζω πέρα.
Κάθε πρωί ξυπνάω πριν χαράξει. Ετοιμάζω τα παιδιά για το σχολείο – η Ελένη στην τρίτη δημοτικού, ο Νίκος στην πρώτη. Η Άννα μένει μαζί μου ή με τη γειτόνισσα τη Ρούλα όταν μπορώ να της αφήσω λίγα ευρώ για να την προσέχει. Η Ρούλα είναι καλή γυναίκα, αλλά έχει κι αυτή τα δικά της προβλήματα.
Ένα απόγευμα γύρισα σπίτι νωρίτερα και βρήκα την Άννα να κλαίει στο καρότσι της, μόνη στο σαλόνι. Η Ρούλα είχε πάει μέχρι το περίπτερο «για ένα λεπτό». Τότε κατάλαβα πως κανείς δεν θα αγαπήσει τα παιδιά μου όπως εγώ.
Το βράδυ κάθομαι στην κουζίνα και κοιτάζω τους λογαριασμούς. Το ρεύμα απλήρωτο, το νερό το ίδιο. Το επίδομα χηρείας φτάνει μόνο για τα βασικά. Σκέφτομαι να βρω δεύτερη δουλειά – ίσως καθαρίστρια σε κάποιο γραφείο ή σπίτια. Αλλά ποιος θα κρατήσει τα παιδιά;
Η μάνα μου επιμένει: «Δεν μπορώ άλλο με φασαρία στο σπίτι μου! Θέλω ησυχία!»
«Μάνα, εγώ τι να κάνω; Να αφήσω τα παιδιά μόνα τους;»
Σηκώνει τους ώμους της αδιάφορα. «Εσύ διάλεξες να κάνεις τρία παιδιά.»
Τα λόγια της με πονάνε σαν μαχαίρι. Δεν διάλεξα να μείνω μόνη. Δεν διάλεξα να πεθάνει ο Γιώργος τόσο νωρίς.
Ένα βράδυ ο Νίκος ανέβασε πυρετό. Δεν είχα χρήματα για γιατρό. Τον τύλιξα σε κουβέρτες και κάθισα δίπλα του όλη νύχτα, προσευχόμενη να πέσει ο πυρετός. Το πρωί πήγα στη μάνα μου.
«Σε παρακαλώ, κράτα τον Νίκο για λίγο να πάω στο φαρμακείο.»
Με κοίταξε ενοχλημένη. «Δεν είμαι νοσοκόμα!»
Έφυγα τρέχοντας, με δάκρυα στα μάτια.
Στο σχολείο οι δασκάλες με φωνάζουν συχνά: «Η Ελένη είναι αφηρημένη τελευταία.» Πώς να μην είναι; Ζει σε ένα σπίτι γεμάτο άγχος και φωνές.
Μια μέρα ήρθε η κοινωνική λειτουργός στο σπίτι. «Μαρία, πρέπει να βρεις μια λύση για τη φύλαξη των παιδιών.»
«Ποια λύση;» της απάντησα πικρά. «Εδώ στην Ελλάδα αν δεν έχεις οικογένεια ή λεφτά, είσαι μόνος.»
Το βράδυ εκείνο κάθισα στο μπαλκόνι και κοίταξα τον ουρανό. Μίλησα στον Γιώργο σαν να ήταν δίπλα μου:
«Τι θα έκανες εσύ στη θέση μου; Πώς θα άντεχες όλο αυτό;»
Δεν πήρα απάντηση – μόνο σιωπή.
Οι φίλες μου έχουν χαθεί σιγά-σιγά. Οι περισσότερες παντρεμένες, με άντρες που φέρνουν το μισθό στο σπίτι και γονείς που κρατούν τα εγγόνια με χαρά.
«Μην το παίρνεις προσωπικά», μου είπε μια μέρα η Σοφία από τη δουλειά. «Οι παλιοί άνθρωποι είναι έτσι.»
Αλλά πώς να μην το πάρω προσωπικά όταν βλέπω τη μάνα μου να πίνει καφέ στην πλατεία με τις φίλες της ενώ εγώ τρέχω σαν τρελή;
Κάποιες φορές σκέφτομαι να φύγω από την πόλη, να πάω στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη όπου ίσως βρω καλύτερη δουλειά και παιδικούς σταθμούς που λειτουργούν ως αργά. Αλλά φοβάμαι – φοβάμαι το άγνωστο, φοβάμαι πως θα είμαι ακόμα πιο μόνη.
Τα βράδια διαβάζω παραμύθια στα παιδιά και προσπαθώ να κρύψω την κούραση και την αγωνία από το πρόσωπό μου.
«Μαμά, θα πάνε όλα καλά;» με ρωτάει η Ελένη.
«Θα πάνε», της λέω κι ας μην το πιστεύω πάντα.
Κάποιες φορές θυμώνω με τον Γιώργο που έφυγε τόσο νωρίς – κι αμέσως νιώθω ενοχές γι’ αυτή τη σκέψη.
Η μάνα μου συνεχίζει να ζει στον δικό της κόσμο. Ο Κώστας αποφεύγει τις κλήσεις μου – ξέρω πως νιώθει άσχημα που δεν μπορεί να βοηθήσει άλλο.
Μια μέρα η Άννα έκανε τα πρώτα της βήματα κι εγώ ήμουν στη δουλειά. Το έμαθα από τη Ρούλα που την κρατούσε εκείνη τη μέρα.
Έκλαψα όλο το βράδυ – όχι μόνο γιατί έχασα αυτή τη στιγμή, αλλά γιατί φοβάμαι πως θα χάσω κι άλλες.
Σκέφτομαι συχνά: Γιατί η οικογένεια στην Ελλάδα είναι τόσο σημαντική στα λόγια αλλά τόσο απούσα στην πράξη; Γιατί οι γυναίκες σαν εμένα πρέπει να διαλέγουν ανάμεσα στη δουλειά και στα παιδιά τους;
Αν μπορούσα να μιλήσω σε όλες τις μάνες που αρνούνται να βοηθήσουν τις κόρες τους, θα τους έλεγα: «Δεν ζητάμε χάρη – ζητάμε αγάπη.»
Και τώρα σας ρωτώ: Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Πόση δύναμη αντέχει μια μάνα πριν λυγίσει;