Ανάμεσα σε Δύο Μητέρες: Η Ιστορία της Ελένης

«Πάλι εκεί είσαι;» Η φωνή της μητέρας μου ακούστηκε κοφτερή από το τηλέφωνο, σαν μαχαίρι που σκίζει το πρωινό φως. «Ελένη, πόσες μέρες θα με αφήνεις μόνη για χάρη της πεθεράς σου;»

Έμεινα σιωπηλή για μια στιγμή, με το ακουστικό να καίει στο αυτί μου. Ήξερα πως ό,τι κι αν έλεγα, θα ήταν λάθος. Η μαμά μου, η κυρία Μαρία, πάντα ήθελε να νιώθει πρώτη στη ζωή μου. Από τότε που παντρεύτηκα τον Γιώργο, ένιωθε πως έχανε το παιδί της. Τώρα που η πεθερά μου, η κυρία Σοφία, είχε αρρωστήσει βαριά, η ζυγαριά έγερνε επικίνδυνα.

«Μαμά, δεν μπορώ να την αφήσω μόνη της. Ο Γιώργος δουλεύει όλη μέρα και…»

«Κι εγώ; Εγώ δεν είμαι μόνη; Εγώ δεν έχω ανάγκη το παιδί μου;» Η φωνή της ράγισε. Άκουσα ένα λυγμό να σπάει μέσα από τα λόγια της.

Ένιωσα τα μάτια μου να καίνε. Ήμουν ανάμεσα σε δύο κόσμους. Η κυρία Σοφία ήταν ξαπλωμένη στο διπλανό δωμάτιο, αδύναμη, με τα μάτια της να ψάχνουν ελπίδα σε κάθε μου κίνηση. Η μητέρα μου, από την άλλη άκρη της πόλης, μετρούσε τις μέρες που δεν πήγα να της ψωνίσω ή να πιούμε μαζί καφέ.

«Μαμά…» ψιθύρισα. «Σε παρακαλώ, προσπάθησε να με καταλάβεις.»

«Δεν θέλω να καταλάβω τίποτα! Εσύ διάλεξες πλευρά. Να δούμε όταν θα χρειαστείς εμένα, αν θα είμαι εκεί!» Και το τηλέφωνο έκλεισε απότομα.

Έμεινα να κοιτάζω το άδειο δωμάτιο. Το ρολόι στον τοίχο χτυπούσε εκνευριστικά δυνατά. Ένιωθα πως κάθε του χτύπος ήταν μια υπενθύμιση του χρόνου που χανόταν – χρόνου που δεν θα ξαναβρώ ποτέ.

Γύρισα προς την κυρία Σοφία. Τα μάτια της ήταν μισόκλειστα, αλλά όταν με είδε, χαμογέλασε αχνά.

«Ελένη μου… κουράστηκες πάλι;»

«Όχι, κυρία Σοφία. Όλα καλά.» Προσπάθησα να χαμογελάσω κι εγώ, αλλά τα χείλη μου έτρεμαν.

«Ξέρω ότι η μάνα σου σε θέλει κοντά της… Μην αφήσεις εμένα να σου χαλάσω τη σχέση σας.»

Τα λόγια της με τρύπησαν σαν βελόνα. Πώς να εξηγήσω ότι δεν ήταν τόσο απλό; Πώς να πω ότι ένιωθα ενοχές για όλα – για τη μάνα μου που ένιωθε προδομένη, για την πεθερά μου που εξαρτιόταν από μένα, για τον Γιώργο που προσπαθούσε να κρατήσει ισορροπίες;

Το βράδυ, όταν ο Γιώργος γύρισε σπίτι, με βρήκε να κάθομαι στο μπαλκόνι με ένα τσιγάρο – αν και είχα χρόνια να καπνίσω.

«Τι έγινε πάλι;» ρώτησε ήσυχα.

Του τα είπα όλα. Για τον καβγά με τη μαμά μου, για τις ενοχές, για το πώς νιώθω ότι χάνω και τις δύο.

«Ελένη…» είπε και πήρε το χέρι μου. «Δεν μπορείς να τους σώσεις όλους. Κάποια στιγμή πρέπει να σκεφτείς και τον εαυτό σου.»

«Και ποιος θα τους φροντίσει αν δεν το κάνω εγώ;»

Σιώπησε. Ήξερε πως δεν υπήρχε απάντηση.

Τις επόμενες μέρες προσπάθησα να μιλήσω στη μαμά μου ξανά. Της έστειλα μήνυμα: «Μου λείπεις. Θέλω να σε δω.» Δεν απάντησε.

Πήγα σπίτι της απροειδοποίητα. Μου άνοιξε την πόρτα με μάτια πρησμένα από το κλάμα.

«Γιατί ήρθες; Δεν έχεις δουλειές αλλού;»

Έπεσα στην αγκαλιά της και ξέσπασα σε κλάματα.

«Μαμά, σε παρακαλώ… Δεν θέλω να διαλέξω πλευρά. Είσαι η μάνα μου! Αλλά κι εκείνη είναι άρρωστη… Αν ήσουν εσύ στη θέση της;»

Με έσφιξε στην αγκαλιά της χωρίς να μιλάει για λίγα λεπτά. Μετά απομακρύνθηκε λίγο και με κοίταξε στα μάτια.

«Ζηλεύω, Ελένη. Ζηλεύω που σε μοιράζομαι… Δεν είναι σωστό, αλλά έτσι νιώθω.»

Της χάιδεψα τα μαλλιά όπως έκανε εκείνη όταν ήμουν μικρή.

«Το ξέρω μαμά… Αλλά σε χρειάζομαι δίπλα μου, όχι απέναντί μου.»

Από εκείνη τη μέρα κάτι άλλαξε ανάμεσά μας. Δεν έγινε ξαφνικά εύκολο – οι εντάσεις συνέχισαν, οι παρεξηγήσεις δεν έλειψαν. Αλλά τουλάχιστον μιλούσαμε ξανά.

Η κυρία Σοφία χειροτέρευε μέρα με τη μέρα. Ένα βράδυ με φώναξε κοντά της.

«Ελένη… Να προσέχεις τη μάνα σου. Μην αφήσεις ποτέ να χαθείτε.»

Της υποσχέθηκα πως θα το κάνω. Όταν έφυγε από τη ζωή λίγες εβδομάδες μετά, ένιωσα ένα τεράστιο κενό – αλλά και μια ανακούφιση πως τουλάχιστον προσπάθησα όσο μπορούσα.

Τώρα κάθομαι στο ίδιο μπαλκόνι και σκέφτομαι: Πόσο δύσκολο είναι τελικά να είσαι κόρη και νύφη στην Ελλάδα; Πώς μπορείς να αγαπάς δύο μητέρες χωρίς να προδώσεις καμία;

Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Πώς διαχειρίζεστε τις ενοχές και τις απαιτήσεις των ανθρώπων που αγαπάτε;