«Κάποτε ήμουν η ψυχή της παρέας. Σήμερα δεν έχω σε ποιον να τηλεφωνήσω στα γενέθλιά μου»
«Μαμά, πάλι μόνη σου θα κάτσεις σήμερα;» Η φωνή της Μαρίας, της κόρης μου, αντηχεί στο άδειο διαμέρισμα. Κοιτάζω το ρολόι. Είναι ήδη δέκα το πρωί και το τηλέφωνο δεν έχει χτυπήσει ούτε μία φορά. Σήμερα έχω γενέθλια. Πριν λίγα χρόνια, τέτοια μέρα, το σπίτι μου θα ήταν γεμάτο φωνές, γέλια, μυρωδιές από φρεσκοψημένο κέικ και λουλούδια σε κάθε γωνιά. Τώρα, μόνο η Μαρία θυμήθηκε να με πάρει. Και αυτή βιαστικά, ανάμεσα σε δύο ραντεβού.
«Μαρία μου, καλά είμαι. Μην ανησυχείς για μένα», της απαντώ προσπαθώντας να κρύψω τη θλίψη στη φωνή μου. Ξέρω πως έχει τη ζωή της, τις έγνοιες της. Δεν θέλω να τη βαραίνω. Αλλά μέσα μου νιώθω ένα κενό που μεγαλώνει κάθε χρόνο.
Θυμάμαι τότε που ήμουν η ψυχή της παρέας. Η Ελένη, η Κατερίνα, ο Νίκος, ο Γιάννης – όλοι μαζεύονταν σπίτι μου για κάθε αφορμή. Εγώ οργάνωνα τα πάντα: τραπέζια, βραδιές με κρασί και μουσική, εκδρομές στη θάλασσα. Ήμουν αυτή που έπαιρνε πρώτη τηλέφωνο όταν κάποιος είχε ανάγκη, που θυμόταν τα γενέθλια όλων, που έτρεχε να βοηθήσει ακόμα κι αν ήταν τρεις τα ξημερώματα.
«Χριστίνα, χωρίς εσένα δεν γίνεται γιορτή!» έλεγε πάντα η Κατερίνα γελώντας. Τότε ένιωθα σημαντική, απαραίτητη. Οι φίλοι ήταν οικογένεια για μένα – ίσως και περισσότερο από την πραγματική μου οικογένεια, που πάντα είχε τις εντάσεις της.
Ο πατέρας μου αυστηρός, η μητέρα μου σιωπηλή και κουρασμένη από τη ζωή. Με τον αδερφό μου, τον Στέλιο, πάντα υπήρχε μια απόσταση – σαν να μιλούσαμε διαφορετικές γλώσσες. Όταν παντρεύτηκα τον Αντώνη, πίστεψα πως θα φτιάξω τη δική μου ζεστή φωλιά. Για λίγο τα κατάφερα.
Αλλά τα χρόνια πέρασαν. Ο Αντώνης έφυγε νωρίς – ένα τροχαίο στη λεωφόρο Συγγρού, μια βροχερή νύχτα του Νοέμβρη. Έμεινα μόνη με τη Μαρία, τότε μόλις δώδεκα χρονών. Οι φίλοι στάθηκαν δίπλα μου στην αρχή – τηλέφωνα, φαγητά στην πόρτα, αγκαλιές. Όμως σιγά σιγά άρχισαν να αραιώνουν.
«Δεν θέλω να σε βαραίνω με τα δικά μου», έλεγε η Ελένη όταν την έπαιρνα. «Έχεις τόσα στο κεφάλι σου». Η Κατερίνα μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη για δουλειά. Ο Νίκος παντρεύτηκε και χάθηκε μέσα στις υποχρεώσεις του. Ο Γιάννης… ο Γιάννης απλά σταμάτησε να απαντά στα μηνύματα.
Στην αρχή θύμωνα. Ένιωθα προδομένη. Πώς γίνεται να ξεχνάς έναν άνθρωπο που ήταν πάντα εκεί για σένα; Πώς γίνεται να περνάς από το κέντρο της ζωής των άλλων στην αφάνεια; Μετά ήρθε η αποδοχή – ή μάλλον η παραίτηση.
Η Μαρία μεγάλωσε γρήγορα. Έφυγε για σπουδές στην Πάτρα, μετά βρήκε δουλειά στην Αθήνα. Τη βλέπω σπάνια – Χριστούγεννα, Πάσχα και καμιά Κυριακή αν προλάβει. «Η ζωή τρέχει, μαμά», μου λέει πάντα όταν της παραπονιέμαι.
Σήμερα όμως νιώθω πιο μόνη από ποτέ. Κοιτάζω τις παλιές φωτογραφίες – εγώ με τους φίλους μου σε μια ταβέρνα στην Πλάκα, εγώ με τον Αντώνη και τη Μαρία μικρή στην παραλία του Σχοινιά, εγώ με την Κατερίνα να γελάμε μέχρι δακρύων στο μπαλκόνι του σπιτιού μου.
Το κουδούνι χτυπάει ξαφνικά και η καρδιά μου χτυπά δυνατά από προσμονή. Μήπως κάποιος θυμήθηκε; Ανοίγω την πόρτα και βλέπω τον κύριο Μανώλη από το διπλανό διαμέρισμα.
«Χρόνια πολλά, Χριστίνα», λέει δειλά κρατώντας ένα μικρό γλαστράκι με βασιλικό.
«Ευχαριστώ πολύ… Δεν έπρεπε», απαντώ συγκινημένη.
«Είδα το φως σου αναμμένο και σκέφτηκα… Εγώ δεν έχω κανέναν εδώ στην Αθήνα», συνεχίζει αμήχανα.
Τον καλώ μέσα για καφέ. Καθόμαστε στην κουζίνα και μιλάμε για τα παλιά – για τα χωριά μας στη Μεσσηνία και στη Φωκίδα, για τα παιδιά που έφυγαν στο εξωτερικό, για τις Κυριακές που περνούν αργά και βαριά.
«Ξέρεις τι είναι το χειρότερο;» λέει ξαφνικά ο κύριος Μανώλης. «Να έχεις τόσες αναμνήσεις και κανέναν να τις μοιραστείς».
Σιωπώ. Ξέρω ακριβώς τι εννοεί.
Το απόγευμα παίρνω θάρρος και τηλεφωνώ στην Κατερίνα μετά από μήνες σιωπής.
«Χριστίνα! Δεν το πιστεύω! Πόσο χαίρομαι που σε ακούω!»
Μιλάμε για ώρες – για τα παιδιά μας, για τις δουλειές μας, για τους φόβους μας. Κλαίμε και γελάμε μαζί σαν να μην πέρασε μια μέρα.
Όταν κλείνω το τηλέφωνο νιώθω λίγο πιο ελαφριά. Ίσως τελικά δεν είναι αργά να ξαναβρώ τους ανθρώπους μου. Ίσως πρέπει να κάνω εγώ το πρώτο βήμα – όπως τότε που ήμουν η ψυχή της παρέας.
Το βράδυ ανάβω ένα κεράκι στην τούρτα που αγόρασα μόνη μου και κάνω μια ευχή: Να μην ξεχάσω ποτέ πόσο ανάγκη έχουμε ο ένας τον άλλον.
Άραγε πόσοι από εμάς νιώθουμε έτσι; Πόσοι περιμένουμε ένα τηλέφωνο που δεν έρχεται ποτέ; Θα βρούμε ποτέ ξανά το κουράγιο να χτίσουμε γέφυρες;