Ο Παππούς Μου Παντρεύτηκε τη Γειτόνισσα και Τώρα Μας Αγνοεί
«Γιατί, παππού; Γιατί δεν μας μιλάς πια;» Η φωνή μου τρέμει, τα μάτια μου γεμάτα δάκρυα. Στέκομαι μπροστά στην πόρτα του σπιτιού του, το ίδιο σπίτι όπου μεγάλωσα, όπου κάθε γωνιά μυρίζει γιαγιά, βασιλικό και καλοκαίρια γεμάτα φωνές. Τώρα όμως, η πόρτα είναι μισάνοιχτη, κι από μέσα ακούγεται η φωνή της κυρίας Ελένης, της γειτόνισσας που έγινε ξαφνικά… η νέα μας γιαγιά.
«Δεν θέλω φασαρίες, Μαρία. Ο παππούς σου ξεκουράζεται», λέει εκείνη ψυχρά. Η φωνή της με κόβει σαν μαχαίρι. Πριν λίγους μήνες, αυτή η γυναίκα ήταν απλώς η κυρία με τις γάτες και τα γεράνια στο μπαλκόνι. Τώρα, έχει πάρει τη θέση της γιαγιάς μου στο τραπέζι, στο σαλόνι, ακόμα και στις φωτογραφίες που ο παππούς έχει αρχίσει να αλλάζει.
Όλα ξεκίνησαν όταν χάσαμε τη γιαγιά. Ήταν ξαφνικό – ένα βράδυ έπεσε στο μπάνιο και δεν ξανασηκώθηκε. Ο παππούς έμεινε μόνος, χαμένος. Τον βλέπαμε να μαραζώνει μέρα με τη μέρα. Προσπαθούσαμε να τον στηρίξουμε: εγώ, η μαμά μου, ο θείος Νίκος. Αλλά εκείνος είχε κλειστεί στον εαυτό του. Μέχρι που άρχισε να κάνει παρέα με τη γειτόνισσα.
Στην αρχή δεν δώσαμε σημασία. «Του κάνει καλό να μιλάει με κάποιον», έλεγε η μαμά. Όμως η κυρία Ελένη άρχισε να μπαίνει όλο και πιο συχνά στο σπίτι. Έφερνε φαγητό, καθάριζε, γελούσε δυνατά – τόσο δυνατά που κάλυπτε τη σιωπή του πένθους μας. Και ξαφνικά, ένα πρωί του Μαρτίου, ο παππούς μας ανακοίνωσε ότι θα παντρευτούν.
Η μαμά έμεινε άφωνη. Ο θείος Νίκος άρχισε να φωνάζει: «Δεν ντρέπεσαι; Η μάνα μας δεν έχει σαραντίσει καλά καλά!» Εγώ απλώς έκλαψα. Ο παππούς όμως ήταν ανένδοτος. «Η ζωή συνεχίζεται», είπε μόνο.
Από τότε όλα άλλαξαν. Ο παππούς απομακρύνθηκε από όλους μας. Δεν απαντούσε στα τηλέφωνα, δεν ερχόταν πια στις Κυριακάτικες μαζώξεις. Όταν πήγαμε να τον δούμε, η κυρία Ελένη μας υποδέχτηκε στην πόρτα και μας είπε ότι ο παππούς είναι κουρασμένος ή λείπει ή… απλώς δεν θέλει να δει κανέναν.
Η μαμά έκλαιγε τα βράδια στην κουζίνα. «Μας ξέχασε», έλεγε. Ο θείος Νίκος έψαχνε δικηγόρο – φοβόταν ότι η κυρία Ελένη θα του πάρει το σπίτι. Εγώ προσπαθούσα να βρω το θάρρος να τον αντιμετωπίσω.
Ένα απόγευμα πήγα μόνη μου στο σπίτι του. Χτύπησα την πόρτα και περίμενα. Άκουσα βήματα από μέσα.
«Παππού; Είσαι εκεί;»
Η πόρτα άνοιξε λίγο και είδα το πρόσωπό του – κουρασμένο, γερασμένο, αλλά τα μάτια του είχαν μια σκληράδα που δεν είχα ξαναδεί.
«Τι θέλεις, Μαρία;»
«Να σε δω… Να σου μιλήσω…»
«Δεν είναι καλή στιγμή.»
«Παππού, σε παρακαλώ… Μας λείπεις.»
Έμεινε σιωπηλός για λίγο. Έπειτα άκουσα τη φωνή της κυρίας Ελένης από μέσα: «Άφησέ την να φύγει, Κώστα. Δεν χρειάζεσαι τέτοια στενοχώρια.»
Η πόρτα έκλεισε αργά μπροστά μου.
Γύρισα σπίτι με βαριά καρδιά. Η μαμά με αγκάλιασε σφιχτά. «Δεν είναι πια ο ίδιος άνθρωπος», είπε πικραμένη.
Οι μέρες περνούσαν κι εγώ ένιωθα να χάνω τον παππού μου λίγο λίγο. Στο χωριό είχαν αρχίσει τα κουτσομπολιά: «Ο Κώστας τρελάθηκε», «Η Ελένη τον τύλιξε», «Τα παιδιά του δεν τον νοιάζονται». Η μάνα μου δεν άντεχε άλλο τα σχόλια και σταμάτησε να βγαίνει από το σπίτι.
Ένα βράδυ ο θείος Νίκος ήρθε θυμωμένος: «Θα πάω να του μιλήσω! Δεν μπορεί να μας πετάξει έτσι έξω από τη ζωή του!»
Τον ακολούθησα κρυφά. Στάθηκε έξω από το σπίτι του παππού και χτύπησε δυνατά την πόρτα.
«Άνοιξε! Είμαι ο γιος σου!»
Η κυρία Ελένη άνοιξε και στάθηκε μπροστά του με σταυρωμένα χέρια.
«Ο πατέρας σου δεν θέλει να σε δει.»
«Θέλω να μιλήσω μαζί του! Δεν μπορείς να μας τον πάρεις!»
Ακούστηκε μια φωνή από μέσα – ο παππούς:
«Φύγε, Νίκο! Δεν θέλω φασαρίες!»
Ο θείος Νίκος έφυγε βρίζοντας. Εγώ έμεινα πίσω από μια γωνία και έκλαψα σιωπηλά.
Τις επόμενες εβδομάδες προσπαθήσαμε πολλές φορές να επικοινωνήσουμε μαζί του – χωρίς αποτέλεσμα. Τα γενέθλιά μου πέρασαν χωρίς ούτε ένα τηλεφώνημα από τον παππού. Τα Χριστούγεννα ήρθαν και έφυγαν χωρίς εκείνον στο τραπέζι μας.
Μια μέρα συνάντησα τυχαία την κυρία Ελένη στη λαϊκή αγορά.
«Γιατί το κάνετε αυτό;» τη ρώτησα με δάκρυα στα μάτια.
Με κοίταξε ψυχρά.
«Ο παππούς σου είναι ευτυχισμένος μαζί μου. Εσείς μόνο στενοχώρια του φέρνετε.»
Γύρισα σπίτι και έκλαψα με λυγμούς στην αγκαλιά της μαμάς.
Πέρασαν μήνες έτσι – σιωπή, αποξένωση, πόνος. Κάποια στιγμή σταμάτησα να ελπίζω ότι θα αλλάξει κάτι. Έμαθα να ζω με την απουσία του παππού – σαν μια πληγή που δεν κλείνει ποτέ.
Κάποιες νύχτες όμως ξυπνάω από όνειρα όπου ο παππούς με παίρνει αγκαλιά όπως τότε που ήμουν μικρή και μου λέει ιστορίες για τα παιδικά του χρόνια στη Σμύρνη. Ξυπνάω με δάκρυα στα μάτια και αναρωτιέμαι: Πώς γίνεται ένας άνθρωπος που σε αγαπούσε τόσο πολύ να σε ξεχνάει έτσι ξαφνικά;
Ίσως ποτέ δεν μάθω την αλήθεια – αν ο παππούς άλλαξε ή αν εμείς κάναμε κάτι λάθος. Ίσως η κυρία Ελένη να του προσφέρει κάτι που εμείς δεν μπορούσαμε πια. Ίσως απλώς φοβάται τη μοναξιά περισσότερο από όσο φοβάται να χάσει εμάς.
Κοιτάζω τις παλιές φωτογραφίες και αναρωτιέμαι: Μπορεί η αγάπη μιας οικογένειας να χαθεί τόσο εύκολα; Ή μήπως πρέπει να παλέψουμε περισσότερο για όσους αγαπάμε;