Στιγματισμένη ως Τεμπέλα επειδή Επέλεξα την Ευκολία

«Πάλι κάθεσαι και χαζεύεις στο κινητό;» Η φωνή της μητέρας μου αντήχησε στο μικρό μας σαλόνι, γεμάτη απογοήτευση και μια δόση θυμού. Δεν πρόλαβα να απαντήσω. Ο πατέρας μου, καθισμένος στην παλιά του πολυθρόνα, έγνεψε καταφατικά, σαν να επιβεβαίωνε τα λόγια της. «Όλη μέρα με τα κουμπιά ασχολείσαι, Μαρία. Τι θα γίνει μ’ αυτή την τεμπελιά;»

Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο πρόσωπό μου. Ήθελα να φωνάξω, να τους πω πως δεν είναι τεμπελιά να προσπαθείς να κάνεις τη ζωή σου πιο εύκολη. Πως δεν είναι αμαρτία να ονειρεύεσαι κάτι καλύτερο από τα φτηνά, χαλασμένα πράγματα που μας ταλαιπωρούν χρόνια. Αλλά τα λόγια κόλλησαν στον λαιμό μου, όπως πάντα.

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, η ζωή μας ήταν ένας αδιάκοπος αγώνας. Ο πατέρας μου δούλευε σε συνεργείο αυτοκινήτων, η μητέρα μου καθάριζε σπίτια. Εγώ και ο αδερφός μου, ο Νίκος, μεγαλώσαμε με τη φράση «να εκτιμάς ό,τι έχεις». Και το εκτιμούσα – μέχρι που άρχισα να νιώθω πως αυτό που είχα δεν ήταν αρκετό.

Στο σχολείο με κορόιδευαν γιατί το κινητό μου ήταν παλιό και έσβηνε μόνο του. Στη σχολή, όταν έπρεπε να κάνω εργασίες, το λάπτοπ μου κολλούσε τόσο που έχανα ώρες προσπαθώντας να το επανεκκινήσω. Κάθε φορά που ζητούσα κάτι καλύτερο, έβλεπα στα μάτια των γονιών μου εκείνη τη σκιά: «Δεν έχουμε λεφτά για τέτοια». Έτσι έμαθα να μην ζητάω – αλλά να ονειρεύομαι.

Δούλεψα δύο καλοκαίρια σε καφετέρια στο Παγκράτι. Έκανα οικονομία σε κάθε ευρώ. Όταν τελικά μάζεψα αρκετά, πήγα μόνη μου στο κατάστημα ηλεκτρονικών. Θυμάμαι ακόμα τη μυρωδιά του καινούριου κινητού όταν άνοιξα το κουτί. Ήταν σαν να κρατούσα στα χέρια μου ένα κομμάτι από το μέλλον που πάντα ήθελα.

Όταν γύρισα σπίτι με τη σακούλα στο χέρι, η μητέρα μου με κοίταξε λες και είχα διαπράξει έγκλημα. «Τι είναι αυτό; Πού βρήκες τα λεφτά;»

«Δούλεψα, μαμά. Τα μάζευα δύο χρόνια.»

«Και γιατί δεν τα έδωσες για κάτι χρήσιμο; Για το σπίτι; Για τον αδερφό σου που θέλει φροντιστήριο;»

Ένιωσα ένα βάρος στο στήθος. Πάντα κάτι άλλο ήταν πιο σημαντικό από τις δικές μου ανάγκες. Πάντα κάποιος άλλος είχε προτεραιότητα.

Ο Νίκος μπήκε στο δωμάτιο και κοίταξε το κινητό με ζήλια. «Εγώ πότε θα πάρω καινούριο;»

«Όταν δουλέψεις κι εσύ», ψιθύρισα, αλλά ήξερα πως δεν θα με καταλάβει.

Τις επόμενες μέρες, κάθε φορά που χρησιμοποιούσα το κινητό ή το λάπτοπ μου – γιατί αγόρασα καινούριο και αυτό – ένιωθα τα βλέμματα των γονιών μου πάνω μου. Σαν να περίμεναν να αποτύχω, σαν να ήθελαν να αποδείξουν πως όλα αυτά ήταν άχρηστα.

«Παλιά κάναμε τα πάντα με τα χέρια μας», έλεγε ο πατέρας μου. «Δεν είχαμε ανάγκη από μηχανήματα και ευκολίες.»

Ήθελα να του πω πως ο κόσμος έχει αλλάξει. Πως αν δεν έχεις καλό εξοπλισμό σήμερα, μένεις πίσω. Πως η τεχνολογία δεν είναι πολυτέλεια αλλά ανάγκη. Αλλά πώς να το εξηγήσεις σε κάποιον που μεγάλωσε σε χωριό χωρίς ρεύμα;

Μια μέρα, καθώς έκανα μια εργασία για τη σχολή, η μητέρα μου μπήκε στο δωμάτιο χωρίς να χτυπήσει.

«Πάλι κάθεσαι;»

«Δεν κάθομαι, μαμά. Γράφω εργασία.»

«Με το παλιό σου τετράδιο μια χαρά τα κατάφερνες. Τώρα όλα πρέπει να γίνονται με μηχανήματα;»

Έσφιξα τα δόντια μου. Δεν ήθελα να τσακωθώ. Αλλά ένιωθα πως κάθε μέρα γινόταν όλο και πιο δύσκολο να αντέξω αυτή την αμφισβήτηση.

Το αποκορύφωμα ήρθε όταν μια θεία ήρθε για καφέ και άρχισε να μιλάει για τα παιδιά της που «δεν ξέρουν τι θα πει δουλειά». Η μητέρα μου βρήκε ευκαιρία:

«Κι η Μαρία μας έτσι έγινε. Όλο με τα κουμπιά ασχολείται.»

Η θεία γέλασε ειρωνικά: «Τεμπέλικη γενιά…»

Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα. Δεν άντεξα άλλο.

«Ξέρετε πόσο δύσκολο είναι να προσπαθείς να κάνεις κάτι καλύτερο για τον εαυτό σου και όλοι γύρω σου να σε κατηγορούν; Ξέρετε πόσο κουράστηκα για να πάρω αυτά τα πράγματα; Δεν σας ζήτησα τίποτα! Μόνο λίγη κατανόηση!»

Η μητέρα μου με κοίταξε σαστισμένη. Ο πατέρας μου χαμήλωσε το βλέμμα.

Το ίδιο βράδυ, ο Νίκος ήρθε στο δωμάτιό μου.

«Μαρία… συγγνώμη αν σε ζήλεψα πριν. Απλά… όλοι περιμένουν από σένα να κάνεις θυσίες για τους άλλους.»

Τον κοίταξα στα μάτια και κατάλαβα πως κι εκείνος ένιωθε παγιδευμένος στις προσδοκίες των μεγάλων.

Από τότε προσπαθώ να μην νιώθω ενοχές για τις επιλογές μου. Να θυμίζω στον εαυτό μου πως δεν είμαι τεμπέλα επειδή θέλω ευκολία στη ζωή μου – είμαι απλώς παιδί της εποχής μου.

Κάποιες φορές όμως αναρωτιέμαι: αξίζει τελικά να κυνηγάς την ευκολία όταν το τίμημα είναι η αποδοκιμασία των ανθρώπων που αγαπάς; Ή μήπως πρέπει κάποτε να μάθουμε όλοι ότι η εξέλιξη δεν είναι ντροπή;