«Δεν μπορώ πια να τον κοιτάξω στα μάτια»: Η μέρα που βρήκα το παλιό ημερολόγιο του άντρα μου
«Μαρία, πού είσαι;» φώναξε ο άντρας μου, ο Νίκος, από το σαλόνι. Η φωνή του αντήχησε στην παλιά πολυκατοικία της Νέας Σμύρνης, ενώ εγώ ήμουν ήδη βαθιά μέσα στην αποθήκη, ανάμεσα σε κουτιά γεμάτα σκόνη και αναμνήσεις. «Κατεβαίνω λίγο να τακτοποιήσω τα πράγματα της μαμάς σου», απάντησα, προσπαθώντας να κρύψω τη δική μου ανυπομονησία. Ήξερα πως θα έβρισκα ξεχασμένες φωτογραφίες, ίσως και κάποιο παλιό γράμμα της πεθεράς μου που πάντα με συγκινούσε.
Αυτό που δεν περίμενα ήταν να βρω ένα μικρό, δερμάτινο τετράδιο, χωμένο κάτω από μια στοίβα βιβλία μαθηματικών του Νίκου από το λύκειο. Το άνοιξα σχεδόν μηχανικά. Η πρώτη σελίδα έγραφε με μεγάλα γράμματα: «Ημερολόγιο – Νίκος 1998». Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Δεν ήξερα ότι κρατούσε ημερολόγιο. Κάθισα στο παγωμένο τσιμέντο και άρχισα να διαβάζω.
Οι πρώτες σελίδες ήταν αθώες: περιγραφές από το σχολείο, τα πρώτα φλερτ, τα όνειρα για το μέλλον. Όμως όσο προχωρούσα, το ύφος άλλαζε. Ο Νίκος μιλούσε για μια κοπέλα, την Ελένη. «Δεν μπορώ να σταματήσω να τη σκέφτομαι», έγραφε ξανά και ξανά. «Ακόμα κι όταν είμαι με τη Μαρία, νιώθω ενοχές». Πάγωσα. Εγώ ήμουν η Μαρία. Πότε είχε γνωρίσει αυτή την Ελένη; Πριν από εμένα ή μετά;
Γύρισα σελίδα με τρεμάμενα χέρια. «Σήμερα είπα στη Μαρία ότι θα βγω με τους φίλους μου, αλλά πήγα με την Ελένη στη Βουλιαγμένη. Δεν ξέρω αν κάνω καλά… Μακάρι να μπορούσα να τα έχω όλα». Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Ήταν ψέματα όλα αυτά τα χρόνια; Ήταν ο Νίκος ο άνθρωπος που νόμιζα;
Άκουσα βήματα πάνω από το κεφάλι μου. Ο Νίκος κατέβαινε τις σκάλες. Έκλεισα βιαστικά το ημερολόγιο και το έκρυψα πίσω από την πλάτη μου.
«Όλα καλά;» με ρώτησε, κοιτώντας με με απορία.
«Ναι… απλώς βρήκα κάτι παλιά τετράδια σου», απάντησα προσπαθώντας να φανώ ψύχραιμη.
«Άστα αυτά, δεν έχουν σημασία», είπε γελώντας. «Πάμε πάνω να φάμε;»
Το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Ο Νίκος ροχάλιζε δίπλα μου αμέριμνος κι εγώ ένιωθα σαν να ζω με έναν ξένο. Το μυαλό μου γύριζε συνέχεια στις σελίδες του ημερολογίου. Ποια ήταν αυτή η Ελένη; Τον είχε αφήσει ή μήπως… μήπως ακόμα τη βλέπει;
Τις επόμενες μέρες τον παρατηρούσα διαρκώς. Κάθε φορά που χτυπούσε το κινητό του, ένιωθα ένα μαχαίρι στην καρδιά. Μια φορά τον άκουσα να μιλάει ψιθυριστά στο μπαλκόνι: «Ναι, θα τα πούμε αύριο». Όταν μπήκα μέσα, σταμάτησε απότομα τη συνομιλία.
«Με ποιον μιλούσες;» τον ρώτησα όσο πιο αδιάφορα μπορούσα.
«Με τον Γιώργο από τη δουλειά», απάντησε χωρίς να με κοιτάξει στα μάτια.
Το ίδιο βράδυ ξανακατέβηκα στην αποθήκη και διάβασα όλο το ημερολόγιο μέχρι τέλους. Οι τελευταίες σελίδες ήταν γεμάτες τύψεις: «Δεν ξέρω αν μπορώ να ζήσω έτσι άλλο… Η Μαρία δεν φταίει σε τίποτα». Αλλά πουθενά δεν έλεγε ότι είχε σταματήσει να βλέπει την Ελένη.
Την επόμενη μέρα πήγα στη δουλειά σαν ρομπότ. Η συνάδελφός μου η Κατερίνα με ρώτησε τι έχω.
«Τίποτα… απλώς δεν κοιμήθηκα καλά», της είπα.
«Σε ξέρω τόσα χρόνια, Μαρία. Κάτι έχεις», επέμεινε.
Της τα είπα όλα. Έβαλε το χέρι της στον ώμο μου.
«Κοίτα… όλοι έχουμε μυστικά. Αλλά πρέπει να μάθεις την αλήθεια. Μίλα του».
Το ίδιο βράδυ περίμενα τον Νίκο να γυρίσει από τη δουλειά. Μπήκε μέσα χαμογελαστός, κρατώντας ψωμί και τυρί από το φούρνο της γειτονιάς.
«Νίκο, πρέπει να μιλήσουμε», του είπα σοβαρά.
Με κοίταξε ξαφνιασμένος. «Τι έγινε;»
«Βρήκα το παλιό σου ημερολόγιο στην αποθήκη», του είπα χωρίς περιστροφές.
Πάγωσε. Το πρόσωπό του άσπρισε.
«Το διάβασες;»
Έγνεψα καταφατικά.
Σιώπησε για λίγα δευτερόλεπτα που μου φάνηκαν αιώνες.
«Ήταν πριν από πολλά χρόνια… Δεν ήξερα τι ήθελα τότε», είπε τελικά χαμηλόφωνα.
«Και τώρα; Την βλέπεις ακόμα;»
Με κοίταξε στα μάτια για πρώτη φορά μετά από μέρες.
«Όχι… Δεν την έχω δει εδώ και χρόνια. Ήταν μια τρέλα της νιότης… Μαρία, σε παρακαλώ, πίστεψέ με».
Ήθελα να τον πιστέψω. Αλλά κάτι μέσα μου είχε σπάσει. Θυμήθηκα όλες τις φορές που με είχε αφήσει μόνη για «δουλειές», όλα τα ψέματα που τώρα έβγαζαν νόημα.
Τις επόμενες μέρες η ατμόσφαιρα στο σπίτι ήταν βαριά. Η κόρη μας, η Ειρήνη, κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
«Μαμά, γιατί είσαι λυπημένη;» με ρώτησε ένα πρωί πριν φύγει για το σχολείο.
«Όλα καλά, αγάπη μου», της είπα και την αγκάλιασα σφιχτά.
Αλλά τίποτα δεν ήταν καλά. Άρχισα να αμφισβητώ τα πάντα: τον γάμο μας, τις επιλογές μου, ακόμα και τον εαυτό μου. Μήπως έφταιγα κι εγώ; Μήπως ήμουν πολύ δεδομένη; Πολύ προβλέψιμη;
Μια μέρα πήγα στη μητέρα μου στο Πέραμα. Της τα είπα όλα κλαίγοντας.
«Παιδί μου… οι άντρες κάνουν λάθη. Το θέμα είναι αν μπορείς εσύ να συγχωρέσεις και να προχωρήσεις», μου είπε σοφά.
Αλλά πώς να συγχωρέσω όταν νιώθω προδομένη;
Ο Νίκος προσπαθούσε να επανορθώσει: έφερνε λουλούδια, μαγείρευε, πρότεινε να πάμε εκδρομές όπως παλιά. Αλλά εγώ δεν μπορούσα να ξεχάσω τις λέξεις του ημερολογίου: «Μακάρι να μπορούσα να τα έχω όλα».
Ένα βράδυ καθόμασταν στο μπαλκόνι κοιτώντας τη θάλασσα του Σαρωνικού στο βάθος.
«Μαρία… θέλω μια δεύτερη ευκαιρία», είπε ήρεμα.
Τον κοίταξα στα μάτια και είδα τον άνθρωπο που αγάπησα – αλλά και έναν ξένο που δεν ήξερα ποτέ πραγματικά.
Αξίζει άραγε μια προδοσία να καταστρέψει μια ολόκληρη ζωή; Ή μήπως η αλήθεια – όσο πικρή κι αν είναι – μπορεί τελικά να μας ελευθερώσει;