Ο Νίκος στα 54: Μια Ζωή Μόνος, Μια Ζωή Επιλογής

«Νίκο, πάλι μόνος σου; Πόσο θα το τραβάς αυτό;»

Η φωνή του Κώστα αντηχεί στο μικρό μου σαλόνι, ανάμεσα σε δυο φλιτζάνια ελληνικό καφέ και τον ήχο της βροχής που χτυπάει τα τζάμια. Κοιτάζω το πρόσωπό του, γεμάτο ανησυχία και μια δόση απορίας. Δεν είναι η πρώτη φορά που έχουμε αυτή τη συζήτηση. Κάθε φορά που έρχεται σπίτι μου, νιώθω πως κουβαλάει μαζί του όλη την κοινωνική πίεση που προσπαθώ να αφήσω πίσω.

«Δεν είναι τόσο απλό, Κώστα. Δεν είναι ότι δεν θέλω να ξαναγαπήσω ή να ξαναπαντρευτώ. Απλώς… δεν το νιώθω πια. Ίσως φοβάμαι. Ίσως απλώς βολεύτηκα στη μοναξιά μου.»

Ο Κώστας με κοιτάζει σιωπηλός για λίγο. Ξέρω πως μέσα του παλεύει να βρει τα σωστά λόγια. Είναι παντρεμένος εδώ και είκοσι χρόνια, με δυο παιδιά που σπουδάζουν στην Αθήνα. Για εκείνον, η οικογένεια είναι το παν. Για μένα… ήταν κάποτε.

«Η μάνα σου τι λέει;» με ρωτάει τελικά.

Σηκώνω τους ώμους. «Τι να πει; Κάθε φορά που πάω στο χωριό, με ρωτάει πότε θα της φέρω μια γυναίκα να μαγειρεύει μαζί της. Μου λέει ότι μεγάλωσα πια, ότι δεν είναι ζωή αυτή. Ότι οι άνθρωποι δεν είναι φτιαγμένοι για να ζουν μόνοι.»

Ο Κώστας χαμογελάει πικρά. «Έχει δίκιο η κυρά-Ελένη. Εσύ όμως; Τι θες πραγματικά;»

Κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Θυμάμαι τη Μαρία, τη γυναίκα που παντρεύτηκα στα τριάντα μου. Τη γυναίκα που με άφησε όταν κατάλαβε πως δεν μπορούσα να της δώσω παιδιά. Πόνεσα τότε τόσο πολύ που νόμιζα πως δεν θα ξαναβρώ χαρά στη ζωή μου. Οι φίλοι μου έλεγαν πως ο χρόνος γιατρεύει τα πάντα. Μα εγώ ένιωθα πως ο χρόνος απλώς βαθαίνει τις πληγές.

«Δεν ξέρω αν θέλω κάτι άλλο, Κώστα. Ίσως απλώς φοβάμαι να ξαναδοκιμάσω.»

«Και η Ελένη;»

Σφίγγω τα χείλη μου. Η Ελένη είναι μια γυναίκα που γνώρισα πριν τρία χρόνια στη λαϊκή αγορά της γειτονιάς. Χήρα, 45 ετών, με μια κόρη στο λύκειο. Μου άρεσε η ηρεμία της, το χαμόγελό της όταν διάλεγε ντομάτες, ο τρόπος που μιλούσε για τα βιβλία που διάβαζε τα βράδια. Βγήκαμε μερικές φορές, ήπιαμε κρασί σε μικρά ταβερνάκια στο Θησείο, γελάσαμε σαν παιδιά.

Όμως κάθε φορά που ένιωθα πως κάτι πάει να ανθίσει ανάμεσά μας, έκανα πίσω. Έβρισκα δικαιολογίες: δουλειά, κούραση, υποχρεώσεις. Η αλήθεια είναι πως φοβόμουν να αφεθώ ξανά.

«Η Ελένη είναι καλή γυναίκα», λέω χαμηλόφωνα. «Αλλά… δεν ξέρω αν μπορώ να της δώσω αυτό που θέλει.»

Ο Κώστας αναστενάζει. «Κανείς δεν ξέρει τι θέλει ο άλλος αν δεν το ρωτήσει. Μήπως φοβάσαι περισσότερο τον εαυτό σου παρά εκείνη;»

Σιωπώ. Ξέρω πως έχει δίκιο. Πάντα ήμουν αυτός που έβαζε φρένο στα συναισθήματά του. Μεγάλωσα σε μια οικογένεια όπου ο πατέρας μου δεν έλεγε ποτέ “σ’ αγαπώ” στη μάνα μου, μόνο της έφερνε ψωμί και λάδι από το χωράφι. Η μάνα μου έκλαιγε τα βράδια στην κουζίνα κι εγώ έκανα πως δεν ακούω.

«Ξέρεις τι είναι να γυρνάς σπίτι και να μην σε περιμένει κανείς;» ρωτάω τον Κώστα.

Με κοιτάζει στα μάτια. «Ξέρω τι είναι να γυρνάς σπίτι και να μην αντέχεις αυτούς που σε περιμένουν», απαντάει πικρά.

Γελάμε και οι δύο, αλλά το γέλιο μας είναι βαρύ.

Το βράδυ, όταν ο Κώστας φεύγει, μένω μόνος στο διαμέρισμα. Η τηλεόραση παίζει χαμηλόφωνα ειδήσεις για την ακρίβεια και τις εκλογές. Σκέφτομαι τη ζωή μου: τα χρόνια που πέρασαν χωρίς παιδιά, χωρίς σύντροφο, χωρίς κάποιον να μοιραστώ τις μικρές χαρές και τις μεγάλες λύπες.

Θυμάμαι τον πατέρα μου να μου λέει: «Ο άντρας πρέπει να έχει οικογένεια για να έχει αξία». Πόσο με πλήγωσαν αυτά τα λόγια… Πόσο με σημάδεψαν.

Την επόμενη μέρα παίρνω τηλέφωνο τη μάνα μου.

«Μάνα, είσαι καλά;»

«Καλά παιδί μου… Εσύ; Πότε θα έρθεις στο χωριό;»

«Σύντομα…»

«Να φέρεις και καμιά κοπέλα μαζί σου αυτή τη φορά. Να σε δω ευτυχισμένο πριν φύγω…»

Κλείνω το τηλέφωνο με κόμπο στο λαιμό. Πόσο βάρος κουβαλάμε από τις προσδοκίες των άλλων…

Το απόγευμα συναντώ τυχαία την Ελένη στο σούπερ μάρκετ.

«Νίκο! Χάθηκες…»

Χαμογελάω αμήχανα.

«Έχω πολλά στο κεφάλι μου τελευταία…»

Με κοιτάζει στα μάτια, σαν να ψάχνει κάτι βαθύτερο μέσα μου.

«Ξέρεις… Δεν χρειάζεται να είσαι πάντα δυνατός», μου λέει απαλά.

Σιωπή. Θέλω να της πω τόσα πολλά αλλά φοβάμαι μην ακουστώ αδύναμος ή γελοίος.

«Ελένη… Δεν ξέρω αν μπορώ να σου προσφέρω αυτά που θες.»

Χαμογελάει λυπημένα.

«Κανείς δεν ζητάει τίποτα συγκεκριμένο, Νίκο. Μόνο λίγη παρέα… λίγη ζεστασιά.»

Την αφήνω να φύγει χωρίς να πω τίποτα άλλο. Νιώθω ένα βάρος στο στήθος μου – όχι από μοναξιά αυτή τη φορά, αλλά από την αίσθηση ότι ίσως χάνω κάτι σημαντικό επειδή φοβάμαι.

Το βράδυ κάθομαι στο μπαλκόνι με ένα ποτήρι κρασί και σκέφτομαι όλα όσα ειπώθηκαν αυτές τις μέρες. Τι σημαίνει τελικά ευτυχία; Να έχεις κάποιον δίπλα σου ή να είσαι ελεύθερος από προσδοκίες και φόβους;

Η μοναξιά μπορεί να γίνει επιλογή ή καταδίκη – εξαρτάται από το πώς τη ζεις. Εγώ ακόμα ψάχνω την απάντηση.

Άραγε αξίζει να ρισκάρεις ξανά για την αγάπη ή είναι καλύτερα να μένεις ασφαλής στη μοναξιά σου; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;