Πράσινο με Ζήλια: Ο Αγώνας μου με την Προτίμηση του Πατριού μου στον Γάμο της Αδελφής μου

«Γιατί πάντα πρέπει να είναι όλα για τη Μαρία;» φώναξα, με τη φωνή μου να σπάει από θυμό και απογοήτευση. Η μητέρα μου, η Ελένη, με κοίταξε με μάτια γεμάτα ανησυχία, ενώ ο Νίκος, ο πατριός μου, έσκυψε το κεφάλι του πάνω από τα χαρτιά του γάμου της αδελφής μου. Ήταν ένα απόγευμα του Ιουνίου, το σπίτι μας στη Νέα Σμύρνη μύριζε βασιλικό και φρεσκοψημένο ψωμί, αλλά εγώ ένιωθα πως πνιγόμουν.

«Μην αρχίζεις πάλι, Άννα. Η Μαρία παντρεύεται. Είναι φυσικό να ασχολούμαστε περισσότερο μαζί της αυτές τις μέρες», είπε η μητέρα μου προσπαθώντας να κρατήσει μια ουδέτερη στάση. Αλλά εγώ ήξερα. Ήξερα πως δεν ήταν μόνο αυτές τις μέρες. Ήταν πάντα.

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ο Νίκος ήταν εκεί. Ο βιολογικός μου πατέρας είχε φύγει όταν ήμουν δύο χρονών – μια θολή φιγούρα σε παλιές φωτογραφίες που κανείς δεν μιλούσε γι’ αυτόν. Ο Νίκος μπήκε στη ζωή μας όταν ήμουν τεσσάρων. Τον φώναζα «μπαμπά» πριν καν μάθω ότι δεν ήταν το αίμα μου. Όταν στα δώδεκα έμαθα την αλήθεια – από μια ξαδέρφη που δεν ήξερε ότι ήταν μυστικό – έκλαψα όλο το βράδυ. Την επόμενη μέρα, όμως, τον αγκάλιασα όπως πάντα. Δεν είχε σημασία για μένα.

Η Μαρία γεννήθηκε όταν ήμουν επτά. Ήταν το φως του σπιτιού μας. Όμορφη, χαμογελαστή, με τα μεγάλα πράσινα μάτια της μητέρας μας και τα σκούρα μαλλιά του Νίκου. Από μικρή όλοι έλεγαν πόσο μοιάζει στον πατέρα της – και εγώ στεκόμουν δίπλα τους, νιώθοντας πάντα λίγο ξένη.

Τα χρόνια πέρασαν με μικρές πληγές που μαζεύονταν μέσα μου: τα γενέθλια που ο Νίκος ξέχασε να μου ευχηθεί αλλά στη Μαρία έκανε πάρτι με κλόουν· τα Χριστούγεννα που το δικό μου δώρο ήταν πάντα πιο φτωχό· οι Κυριακές που πήγαιναν οι δυο τους βόλτα στο γήπεδο κι εγώ έμενα σπίτι να διαβάζω. Η μητέρα μου προσπαθούσε να κρατήσει τις ισορροπίες, αλλά πάντα ένιωθα πως ήμουν το παιδί που περίσσευε.

Όταν τελείωσα το λύκειο και πέρασα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο Νίκος απλώς είπε «μπράβο». Όταν η Μαρία πέρασε στη Νομική, της πήρε δώρο ένα ακριβό ρολόι και της έκανε τραπέζι σε εστιατόριο στη Βουλιαγμένη.

Τώρα, στα τριάντα δύο μου, η Μαρία ετοιμάζεται να παντρευτεί τον Πέτρο – έναν καλό άνθρωπο, αλλά πάντα ένιωθα πως κι εκείνος με κοιτούσε σαν να ήμουν απλώς η μεγάλη αδελφή της νύφης. Ο Νίκος έχει αναλάβει τα πάντα: από το στολισμό της εκκλησίας μέχρι το catering και το ταξίδι του μέλιτος. Εμένα με ρώτησαν μόνο αν θα βοηθήσω να μοιράσουμε τις μπομπονιέρες.

Το βράδυ πριν τον γάμο, καθόμουν στο μπαλκόνι με τη μητέρα μου. Η Αθήνα απλωνόταν μπροστά μας φωτισμένη και ζεστή.

«Μαμά… γιατί δεν με αγαπάει όπως τη Μαρία;» ρώτησα ψιθυριστά.

Η Ελένη άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό. «Άννα μου… σε αγαπάει. Απλώς… ίσως δεν ξέρει πώς να το δείξει. Ξέρεις… όταν ήρθες στη ζωή του ήσουν ήδη παιδί άλλου άντρα. Δεν είναι εύκολο για όλους.»

«Εγώ όμως τον αγαπάω σαν πατέρα», είπα πνιχτά.

«Το ξέρω», είπε και με χάιδεψε στα μαλλιά.

Το επόμενο πρωί ξύπνησα από φωνές και γέλια. Η Μαρία δοκίμαζε το νυφικό της και ο Νίκος έβγαζε φωτογραφίες γελώντας δυνατά. Μπήκα στην κουζίνα και ένιωσα σαν να μην υπήρχα.

«Άννα, μπορείς να φέρεις τα κουφέτα;» ρώτησε η Μαρία χωρίς να με κοιτάξει καν.

Έσφιξα τα χείλη μου και πήγα στο ντουλάπι. Εκείνη τη στιγμή μπήκε ο Νίκος.

«Άννα…» είπε διστακτικά. «Ξέρω ότι ίσως νιώθεις παραμελημένη αυτές τις μέρες…»

Τον κοίταξα στα μάτια – τα μάτια που ποτέ δεν έμοιαζαν με τα δικά μου.

«Όχι μόνο αυτές τις μέρες», απάντησα ψυχρά.

Έκανε να πει κάτι, αλλά σταμάτησε. «Δεν είναι εύκολο…» ψιθύρισε τελικά.

«Για ποιον; Για σένα ή για μένα;»

Δεν απάντησε. Βγήκε από την κουζίνα αφήνοντάς με μόνη με τα κουφέτα και μια πίκρα που έκαιγε στο στήθος μου.

Στην εκκλησία στεκόμουν δίπλα στη μητέρα μου, βλέποντας τον Νίκο να συνοδεύει τη Μαρία στην είσοδο. Όλοι χαμογελούσαν, όλοι συγκινούνταν – κι εγώ ένιωθα σαν φάντασμα ανάμεσά τους.

Μετά το μυστήριο, στο τραπέζι του γάμου, ο Νίκος σηκώθηκε να κάνει πρόποση.

«Σήμερα παντρεύεται η κόρη μου», είπε συγκινημένος. «Η Μαρία είναι το φως της ζωής μου…»

Ένιωσα τα μάτια όλων πάνω μας. Κάποιοι συγγενείς γύρισαν προς εμένα αμήχανα. Έσκυψα το κεφάλι και έπαιξα νευρικά με το ποτήρι μου.

Αργότερα, όταν όλοι χόρευαν και γελούσαν, βγήκα έξω στον κήπο του κτήματος. Ο αέρας μύριζε γιασεμί και χώμα μετά τη βροχή. Άκουσα βήματα πίσω μου – ήταν η Μαρία.

«Άννα…» είπε διστακτικά. «Ξέρω πως νιώθεις ότι σε αφήσαμε απ’ έξω…»

Γύρισα και την κοίταξα στα μάτια – τόσο όμοια με της μητέρας μας.

«Δεν είναι μόνο τώρα», είπα ήρεμα. «Είναι πάντα.»

Η Μαρία δάγκωσε τα χείλη της. «Δεν φταις εσύ… ούτε εγώ… Ίσως ο μπαμπάς… δεν ξέρει πώς να σε πλησιάσει.»

«Ίσως δεν θέλει», απάντησα σκληρά χωρίς να το θέλω.

Σιωπή ανάμεσά μας. Έπειτα η Μαρία άπλωσε το χέρι της και έπιασε το δικό μου.

«Είσαι η αδελφή μου», είπε μόνο αυτό.

Την αγκάλιασα σφιχτά κι έκλαψα – για όλα όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ, για όλη την αγάπη που ήθελα να πάρω αλλά δεν πήρα ποτέ από τον Νίκο.

Γύρισα στο σπίτι αργά τη νύχτα. Ο Νίκος καθόταν στο σαλόνι μόνος του.

«Άννα…» ξεκίνησε διστακτικά.

«Δεν χρειάζεται να πεις τίποτα», τον διέκοψα κουρασμένη.

«Ήθελα μόνο να ξέρεις… ότι προσπάθησα», είπε χαμηλόφωνα.

Τον κοίταξα – για πρώτη φορά χωρίς θυμό αλλά με λύπη.

«Και εγώ προσπάθησα», του είπα και ανέβηκα στο δωμάτιό μου.

Τώρα που γράφω αυτή την ιστορία, αναρωτιέμαι: Μπορεί ποτέ μια οικογένεια να γιατρέψει τις πληγές της; Ή μήπως κάποιες πληγές μένουν για πάντα ανοιχτές; Εσείς τι πιστεύετε;