Ο γιατρός που ζήτησε πληρωμή πριν τη θεραπεία: Μια ιστορία που άλλαξε τη ζωή μου
«Μιχάλη, δεν ντρέπεσαι; Να ζητάς λεφτά από τον πατέρα σου πριν τον κοιτάξεις;» Η φωνή της μητέρας μου αντηχούσε στο μικρό σαλόνι του πατρικού μας στην Κυψέλη. Τα χέρια της έτρεμαν, τα μάτια της γεμάτα απογοήτευση. Ο πατέρας μου, ο κύριος Στέλιος, καθόταν αμίλητος στην πολυθρόνα, με το πρόσωπο σκυθρωπό, τα μάτια καρφωμένα στο πάτωμα. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωθα τόσο ξένος μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.
Δεν ήθελα να φτάσουμε εδώ. Όλα ξεκίνησαν εκείνο το βράδυ, όταν γύρισα εξαντλημένος από το νοσοκομείο. Η εφημερία είχε αφήσει πάνω μου το βάρος δεκάδων ανθρώπων που περίμεναν μια ελπίδα. Η κρίση είχε χτυπήσει για τα καλά και οι περικοπές στο δημόσιο σύστημα υγείας μας είχαν αφήσει με ελάχιστα μέσα. Είχα αρχίσει να παίρνω ιδιωτικά περιστατικά για να τα βγάλω πέρα. Η Μαρία, η γυναίκα μου, με πίεζε: «Πρέπει να σκεφτείς και το δικό μας παιδί, Μιχάλη. Δεν γίνεται να δουλεύεις τζάμπα για όλους.»
Εκείνο το βράδυ, ο πατέρας μου ήρθε στο σπίτι μας με πόνο στο στήθος. Ήξερα πως είχε παραμελήσει την υγεία του, όπως κάνουν πολλοί άντρες της γενιάς του. Τον κάθισα στον καναπέ και άρχισα να τον εξετάζω. Η Μαρία στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας, με τα χέρια σταυρωμένα.
«Μιχάλη, θα του πεις;» ψιθύρισε.
Την κοίταξα με θυμό. «Τώρα;»
«Τώρα! Δεν γίνεται να συνεχίσουμε έτσι. Όλοι έρχονται εδώ και σε θεωρούν δεδομένο.»
Γύρισα στον πατέρα μου. «Μπαμπά… ξέρεις ότι οι καιροί είναι δύσκολοι. Θα χρειαστεί να πληρώσεις για την επίσκεψη.»
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν εκκωφαντική. Ο πατέρας μου με κοίταξε σαν να μην με αναγνώριζε. Η μητέρα μου σηκώθηκε απότομα.
«Δεν ντρέπεσαι; Το παιδί σου είμαι! Πώς μιλάς έτσι στον πατέρα σου;»
Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. «Δεν καταλαβαίνετε… Δεν μπορώ άλλο! Όλοι περιμένουν από μένα να είμαι ο σωτήρας, αλλά κανείς δεν σκέφτεται ότι κι εγώ έχω ανάγκες!»
Η Μαρία με τράβηξε στην άκρη. «Αν δεν βάλεις όρια, θα σε καταστρέψουν. Σκέψου τον μικρό μας, τον Νικόλα.»
Ο πατέρας μου σηκώθηκε αργά. «Δεν χρειάζεται να με εξετάσεις, Μιχάλη. Θα πάω σε άλλον γιατρό.» Και έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω.
Το σπίτι γέμισε ψυχρότητα. Η μητέρα μου δεν μου μιλούσε για μέρες. Ο Νικόλας με ρωτούσε γιατί ο παππούς δεν έρχεται πια. Η Μαρία προσπαθούσε να κρατήσει ισορροπίες, αλλά η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη.
Στο νοσοκομείο ήμουν σαν φάντασμα. Οι συνάδελφοι με ρωτούσαν τι έχω, αλλά δεν μπορούσα να μιλήσω σε κανέναν. Μόνο η Ελένη, η παλιά φίλη από τα φοιτητικά χρόνια, κατάλαβε.
«Μιχάλη, μήπως πιέζεσαι πολύ;»
«Δεν ξέρω πια ποιος είμαι… Γιατρός ή γιος; Πατέρας ή επαγγελματίας;»
Οι μέρες περνούσαν βαριά. Ένα βράδυ χτύπησε το τηλέφωνο: «Ο πατέρας σου είναι στο νοσοκομείο. Έμφραγμα.» Έτρεξα σαν τρελός. Τον βρήκα ξαπλωμένο, με σωληνάκια και μάτια κλειστά.
Η μητέρα μου με κοίταξε με μίσος: «Να τον πληρώσουμε τώρα γιατρέ;»
Ένιωσα να καταρρέω. Κάθισα δίπλα του και του κράτησα το χέρι. «Συγγνώμη, μπαμπά… Δεν ήθελα…»
Τα δάκρυα έτρεχαν χωρίς σταματημό. Ο πατέρας μου άνοιξε τα μάτια του αργά.
«Όλοι κάνουμε λάθη, Μιχάλη… Αλλά η οικογένεια είναι πάνω απ’ όλα.»
Μετά από εκείνη τη νύχτα τίποτα δεν ήταν ίδιο. Ο πατέρας μου ανάρρωσε, αλλά η σχέση μας είχε ραγίσει. Η μητέρα μου δεν ξαναμίλησε ποτέ όπως πριν. Ο Νικόλας μεγάλωσε βλέποντας έναν πατέρα γεμάτο ενοχές και έναν παππού που κρατούσε αποστάσεις.
Συχνά αναρωτιέμαι: Αν είχα βάλει αλλιώς τα όρια; Αν είχα βρει το θάρρος να μιλήσω χωρίς θυμό; Μπορεί άραγε μια συγγνώμη να γιατρέψει πραγματικά τις πληγές της ψυχής;
Τι θα κάνατε εσείς στη θέση μου; Πόσο εύκολο είναι να διαλέξεις ανάμεσα στην οικογένεια και την επιβίωση;