«Έστειλα τον γιο μου σπίτι με τον άρρωστο εγγονό μου. Μα το φταίξιμο ήταν δικό μου» – Η εξομολόγηση της Ελένης
«Μαμά, δεν έπρεπε να τον αφήσεις να φύγει έτσι!»
Η φωνή του γιου μου, του Κώστα, αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου. Ήταν μια από εκείνες τις νύχτες που η Αθήνα βουίζει από ζωή, αλλά το σπίτι μας στη Νέα Σμύρνη έμοιαζε να πνίγεται στη σιωπή. Ο μικρός μου εγγονός, ο Γιωργάκης, είχε πυρετό. Όχι κάτι τρομερό, σκέφτηκα τότε. Παιδί είναι, θα περάσει. Έτσι δεν λέμε πάντα;
Ο Κώστας είχε έρθει να τον πάρει μετά τη δουλειά. Η νύχτα είχε πέσει βαριά και η κούραση ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. «Μαμά, είναι καλά;» με ρώτησε ανήσυχος. Εγώ, με το γνωστό ύφος της μάνας που τα ξέρει όλα, του είπα: «Μια χαρά είναι, αγόρι μου. Λίγος πυρετός, τίποτα σπουδαίο. Του έδωσα ντεπόν και ξεκουράστηκε.»
Εκείνος κοίταξε τον Γιωργάκη που κοιμόταν στον καναπέ, το προσωπάκι του κατακόκκινο και τα μαλλάκια του κολλημένα στο μέτωπο από τον ιδρώτα. «Μήπως να τον πάμε στο νοσοκομείο;» επέμεινε ο Κώστας.
«Υπερβάλλεις», του απάντησα σχεδόν ενοχλημένη. «Έτσι ήσουν κι εσύ μικρός. Περνάει.»
Δεν ξέρω αν ήταν η περηφάνια μου ή η ανάγκη να δείξω πως τα καταφέρνω ακόμα, αλλά εκείνη τη στιγμή ήμουν σίγουρη ότι είχα δίκιο. Ο Κώστας πήρε τον Γιωργάκη αγκαλιά και έφυγαν μέσα στη νύχτα. Έμεινα μόνη στο διαμέρισμα, με μια αδιόρατη ανησυχία να τριβελίζει το μυαλό μου.
Το τηλέφωνο χτύπησε στις τρεις τα ξημερώματα. Ήταν η νύφη μου, η Μαρία. Η φωνή της έτρεμε: «Η Ελένη; Ο Γιωργάκης έχει 40 πυρετό και κάνει σπασμούς! Πάμε στο Παίδων!»
Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου. Έτρεξα στο νοσοκομείο σαν τρελή, με τα ρούχα του ύπνου και τα μαλλιά ανακατεμένα. Στην αίθουσα αναμονής ο Κώστας καθόταν με το κεφάλι στα χέρια. Δεν με κοίταξε καν όταν μπήκα.
«Σου είπα να μην τον αφήσεις έτσι», ψιθύρισε όταν κάθισα δίπλα του.
Δεν είχα τι να πω. Η ενοχή με έπνιγε. Θυμήθηκα όλες εκείνες τις φορές που επέμενα πως ξέρω καλύτερα, που δεν άκουγα κανέναν – ούτε τα ίδια μου τα παιδιά.
Οι γιατροί μας είπαν πως ο Γιωργάκης είχε ιογενή λοίμωξη και πως οι σπασμοί ήταν αποτέλεσμα του υψηλού πυρετού. Ευτυχώς, όλα πήγαν καλά. Αλλά η Μαρία δεν μου μιλούσε για μέρες. Ο Κώστας ήταν ψυχρός, απόμακρος.
Τις επόμενες εβδομάδες το σπίτι μου γέμισε σιωπή. Κανείς δεν τηλεφωνούσε όπως παλιά. Δεν άκουγα πια το γέλιο του εγγονού μου να γεμίζει το σαλόνι. Μόνο η φωνή της συνείδησής μου αντηχούσε στους τοίχους: «Ελένη, εσύ φταις.»
Ένα βράδυ, πήρα το θάρρος να πάω στο σπίτι τους. Η Μαρία άνοιξε την πόρτα διστακτικά.
«Θέλω να σας μιλήσω», της είπα με τρεμάμενη φωνή.
Ο Κώστας στεκόταν πίσω της, τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος.
«Συγγνώμη», ψιθύρισα. «Έκανα λάθος. Δεν άκουσα… Δεν ήθελα να πάθει τίποτα το παιδί.»
Η Μαρία δάκρυσε. Ο Κώστας με κοίταξε για πρώτη φορά στα μάτια μετά από μέρες.
«Μαμά… φοβήθηκα», είπε σιγανά. «Φοβήθηκα ότι θα χάσω το παιδί μου επειδή δεν σε αμφισβήτησα.»
Ένιωσα την καρδιά μου να σπάει σε χίλια κομμάτια.
«Όλοι κάνουμε λάθη», είπε τελικά η Μαρία και με αγκάλιασε διστακτικά.
Από εκείνη τη μέρα προσπαθώ να ακούω περισσότερο και να μιλώ λιγότερο. Να μην θεωρώ δεδομένο πως ξέρω τα πάντα – ούτε για τα παιδιά μου, ούτε για τα εγγόνια μου.
Συχνά αναρωτιέμαι: Πόσες φορές η περηφάνια μας μάς τυφλώνει; Πόσες φορές πληγώνουμε όσους αγαπάμε επειδή φοβόμαστε να παραδεχτούμε ότι κάνουμε λάθος;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα μπορούσατε να συγχωρήσετε τον εαυτό σας;