«Θέλω Διαζύγιο, Αλλά Φοβάμαι πως η Γυναίκα μου δεν θα τα Καταφέρει Χωρίς Εμένα» – Η Δραματική Εξομολόγηση του Νίκου από τη Θεσσαλονίκη

«Δεν αντέχω άλλο, Νίκο! Δεν βλέπεις ότι όλα έχουν αλλάξει;»

Η φωνή της Μαρίας αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, σαν να την ακούω κάθε βράδυ που ξαπλώνω δίπλα της, χωρίς να την αγγίζω. Πόσο ειρωνικό… Κάποτε, δεν μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς εκείνη. Τώρα, φοβάμαι να της πω ότι ίσως ήρθε η ώρα να ζήσουμε χωριστά. Όχι γιατί δεν την αγαπάω πια – ή μήπως δεν την αγαπάω; – αλλά γιατί νιώθω πως αν φύγω, θα καταρρεύσει.

Όλα ξεκίνησαν πριν δέκα χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Εγώ, 25 χρονών τότε, δούλευα στο μαγαζί του πατέρα μου στην Τούμπα. Η Μαρία μπήκε μια μέρα να αγοράσει ψωμί και τυρί. Ήταν όμορφη, με εκείνα τα μεγάλα καστανά μάτια και το χαμόγελο που έκανε όλη τη γειτονιά να φωτίζεται. Την ερωτεύτηκα αμέσως. Την κέρδισα με επιμονή και χιούμορ – έτσι τουλάχιστον λέει η ίδια.

«Νίκο, είσαι το λιμάνι μου», μου έλεγε τα βράδια που καθόμασταν στο μπαλκόνι και κοιτούσαμε τα φώτα της πόλης. Παντρευτήκαμε γρήγορα, παρά τις αντιρρήσεις της μάνας μου. «Είναι πολύ ευαίσθητη αυτή η κοπέλα, παιδί μου. Θα σε φορτώσει με τα βάρη της», μου έλεγε η κυρία Ελένη. Δεν την άκουσα ποτέ.

Τα πρώτα χρόνια ήταν όμορφα. Γεννήθηκε ο μικρός μας, ο Γιάννης, κι έπειτα η Ελένη. Το σπίτι μας γέμισε φωνές και γέλια. Όμως η Μαρία άλλαξε μετά τη γέννηση της Ελένης. Έκλαιγε συχνά χωρίς λόγο, δεν ήθελε να βγαίνει από το σπίτι. Προσπάθησα να τη βοηθήσω, αλλά εκείνη έκλεινε τον εαυτό της όλο και περισσότερο.

«Δεν είμαι καλή μάνα… Δεν είμαι καλή γυναίκα…»

Έλεγε και ξανάλεγε τα ίδια λόγια, μέχρι που άρχισα να τα πιστεύω κι εγώ. Ένιωθα πως πνίγομαι. Η δουλειά στο μαγαζί δύσκολη, τα παιδιά απαιτητικά, κι εγώ να προσπαθώ να κρατήσω τα πάντα όρθια. Η Μαρία δεν δούλευε – ποτέ δεν ήθελε να δουλέψει. «Θέλω να μεγαλώσω τα παιδιά μας», έλεγε. Τώρα όμως ούτε αυτό δεν μπορούσε να κάνει χωρίς βοήθεια.

Η μάνα μου ερχόταν κάθε μέρα να βοηθήσει με τα παιδιά και το σπίτι. Η Μαρία την έβλεπε σαν εχθρό. «Θέλει να με διώξει από τη ζωή σου», μου έλεγε κλαίγοντας. Κι εγώ στη μέση, να προσπαθώ να κρατήσω ισορροπίες.

Τα χρόνια περνούσαν κι εγώ βούλιαζα στη ρουτίνα. Η Μαρία απομακρυνόταν όλο και περισσότερο. Δεν ήθελε να βγαίνουμε, δεν ήθελε φίλους στο σπίτι, δεν ήθελε τίποτα. Μια μέρα γύρισα σπίτι και τη βρήκα να κάθεται στο πάτωμα της κουζίνας, αγκαλιά με μια φωτογραφία της μητέρας της που είχε πεθάνει πριν χρόνια.

«Δεν αντέχω άλλο», ψιθύρισε.

Τότε ήταν που άρχισα να σκέφτομαι το διαζύγιο. Όχι γιατί ήθελα να φύγω – αλλά γιατί δεν άντεχα άλλο αυτή τη μιζέρια. Μίλησα με τον φίλο μου τον Στέλιο.

«Νίκο, αν φύγεις τώρα, θα την καταστρέψεις», μου είπε σοβαρά. «Δεν έχει κανέναν άλλον εκτός από σένα».

Κι αυτό είναι το πρόβλημα. Η Μαρία στηρίζεται πάνω μου για τα πάντα: τα παιδιά, τα οικονομικά, ακόμα και για να πάει στον γιατρό πρέπει να είμαι δίπλα της. Αν φύγω, τι θα απογίνει; Θα μπορέσει να σταθεί στα πόδια της; Ή θα χαθεί τελείως;

Τις νύχτες ξαγρυπνώ και σκέφτομαι: «Είναι δίκαιο να θυσιάζω τη ζωή μου για κάποιον που δεν προσπαθεί καν;» Από την άλλη, πώς θα ζήσω με τις τύψεις αν πάθει κάτι;

Πριν λίγες μέρες έγινε ο μεγάλος καβγάς. Ο Γιάννης γύρισε από το σχολείο με χαμηλούς βαθμούς και η Μαρία ξέσπασε πάνω του.

«Είσαι άχρηστος! Όπως κι ο πατέρας σου!»

Δεν άντεξα άλλο.

«Φτάνει! Δεν μπορείς να μιλάς έτσι στο παιδί!»

Η Μαρία με κοίταξε με μάτια γεμάτα μίσος.

«Εσύ φταις για όλα! Αν ήσουν εδώ περισσότερο… Αν με αγαπούσες πραγματικά…»

Έφυγα από το σπίτι εκείνο το βράδυ και πήγα στον Στέλιο. Ήπιαμε μέχρι το πρωί.

«Νίκο, πρέπει να αποφασίσεις τι θέλεις», μου είπε.

Αλλά πώς να αποφασίσω; Αν φύγω, ίσως η Μαρία βρει τη δύναμη να σταθεί μόνη της – ή ίσως καταρρεύσει τελείως. Τα παιδιά; Θα με μισήσουν; Θα καταλάβουν ποτέ γιατί έφυγα;

Γύρισα σπίτι το επόμενο πρωί. Η Μαρία καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας με κόκκινα μάτια.

«Συγγνώμη», ψιθύρισε.

Δεν απάντησα. Κάθισα απέναντί της και κοιτούσα το πάτωμα.

«Νίκο… Θέλεις ακόμα να είμαστε μαζί;»

Δεν ήξερα τι να πω. Ήθελα να ουρλιάξω «Όχι! Θέλω να φύγω! Θέλω τη ζωή μου πίσω!» Αλλά δεν το είπα.

«Δεν ξέρω», απάντησα τελικά.

Από τότε ζούμε σαν ξένοι στο ίδιο σπίτι. Τα παιδιά το καταλαβαίνουν – ειδικά ο Γιάννης που έχει αρχίσει να κάνει παρέες που δεν εγκρίνω καθόλου. Η μάνα μου με πιέζει:

«Πρέπει να πάρεις μια απόφαση! Δεν μπορείς να ζεις έτσι!»

Ο πατέρας μου σιωπηλός – όπως πάντα.

Κάποιες φορές σκέφτομαι πως αν είχαμε ζητήσει βοήθεια νωρίτερα, ίσως τα πράγματα να ήταν αλλιώς. Αλλά στην Ελλάδα ποιος πάει σε ψυχολόγο; «Τρελός είσαι;» θα πουν οι συγγενείς και οι γείτονες.

Τώρα είμαι 35 χρονών και νιώθω πιο μόνος από ποτέ. Φοβάμαι για το μέλλον των παιδιών μου, φοβάμαι για τη Μαρία, φοβάμαι για μένα τον ίδιο.

Κάθε βράδυ αναρωτιέμαι: «Άξιζε όλη αυτή η θυσία; Μπορεί κάποιος πραγματικά να σώσει έναν άνθρωπο που δεν θέλει να σωθεί;»

Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα μένατε ή θα φεύγατε;