«Ο αδερφός μου αρνήθηκε να φροντίσει τη μητέρα μας και ήθελε να πουλήσει το σπίτι της» – από τότε δεν θέλουμε να έχουμε καμία σχέση μαζί του
«Δεν θα μείνω εδώ να σαπίσω μαζί σας! Το σπίτι πρέπει να πουληθεί, τελείωσε!» φώναξε ο Νίκος, ο αδερφός μου, χτυπώντας την πόρτα του σαλονιού. Η φωνή του αντήχησε στους τοίχους του παλιού μας σπιτιού στη Νέα Ιωνία, σαν να ήθελε να ξεριζώσει ό,τι είχε απομείνει από την οικογένειά μας. Κοίταξα τη μάνα μας, τη Μαρία, που καθόταν αδύναμη στην πολυθρόνα της, τα μάτια της γεμάτα δάκρυα και απορία. Πώς φτάσαμε ως εδώ;
Από μικρή ήμουν αυτή που κρατούσε τα πάντα σε τάξη. Ο πατέρας μας είχε φύγει νωρίς – ένα τροχαίο στη λεωφόρο Κηφισίας – κι εγώ, η Ελένη, έπρεπε να μεγαλώσω γρήγορα. Ο Νίκος ήταν πάντα ο «καλός μαθητής» που όμως δεν μεγάλωσε ποτέ πραγματικά. Πήγαινε κι ερχόταν από δουλειές, άλλαζε φίλους, σχέσεις, ακόμα και πόλεις. Εγώ έμεινα εδώ, δίπλα στη μάνα μας, να τη βοηθάω με τα ψώνια, τα φάρμακα, τα ραντεβού στους γιατρούς.
Όταν η μαμά διαγνώστηκε με Αλτσχάιμερ πριν τρία χρόνια, ο κόσμος μου γκρεμίστηκε. Θυμάμαι ακόμα τη μέρα που ο γιατρός στο «Σωτηρία» μας είπε: «Θα χρειαστεί φροντίδα. Σταδιακά θα ξεχνάει τα πάντα». Ο Νίκος τότε απάντησε: «Εντάξει, θα βρούμε μια λύση». Αλλά η λύση του ήταν να εξαφανιστεί για μήνες. Εγώ έμεινα μόνη με τη μάνα μας, να βλέπω κάθε μέρα το βλέμμα της να χάνεται λίγο-λίγο.
Τα βράδια ξαγρυπνούσα ακούγοντας την ανάσα της. Έτρεμα μην σηκωθεί και χαθεί στη γειτονιά όπως είχε γίνει μια φορά – ευτυχώς την βρήκε η κυρά-Σοφία από απέναντι. Οι φίλες μου απομακρύνθηκαν σιγά-σιγά. Ποιος αντέχει τόση θλίψη; Μόνο η θεία Κατερίνα ερχόταν πότε-πότε με λίγο φαγητό ή κουράγιο.
Ο Νίκος εμφανιζόταν μόνο όταν είχε ανάγκη από λεφτά ή όταν πλησίαζαν οι γιορτές. Τότε έφερνε δώρα στη μαμά – ένα κασκόλ, ένα κουτί γλυκά – και μιλούσε για το πόσο δύσκολα περνάει στην Αθήνα. Μια μέρα, όμως, ήρθε με μια πρόταση που πάγωσε το αίμα μου.
«Ελένη, το σπίτι αυτό είναι μεγάλο βάρος. Η μαμά δεν θα το καταλάβει καν αν το πουλήσουμε. Με τα λεφτά μπορούμε να βάλουμε μια γυναίκα να τη φροντίζει και να πάρουμε κι εμείς μια ανάσα», είπε ψυχρά.
Ένιωσα το αίμα μου να βράζει. «Να πουλήσουμε το σπίτι της μάνας μας; Το σπίτι που μεγάλωσες; Που ακόμα μυρίζει τις πίτες της;»
«Είναι απλά τούβλα και σοβάς! Δεν αντέχω άλλο αυτή τη μιζέρια!»
Η μάνα μας άκουγε σιωπηλή. Ίσως δεν καταλάβαινε όλα τα λόγια, αλλά ένιωθε την ένταση. Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα καθόλου. Έγραψα σε ένα χαρτί όλα όσα ήθελα να του πω: πως η οικογένεια δεν είναι μόνο στα εύκολα, πως η μάνα μας έδωσε τα πάντα για εμάς.
Τις επόμενες μέρες ο Νίκος επέμενε. Έφερε μάλιστα και έναν μεσίτη χωρίς να με ρωτήσει. Ο άνθρωπος μπήκε στο σπίτι σαν να ήταν ήδη δικό του: «Ωραία διαρρύθμιση, μεγάλη αυλή… Θα πιάσει καλή τιμή». Ένιωσα ότι με μαχαίρωναν.
Η θεία Κατερίνα πήρε το μέρος μου: «Ντροπή σου, Νίκο! Η Μαρία σ’ έθρεψε μόνη της! Τώρα που σε χρειάζεται θες να την ξεφορτωθείς;»
Ο Νίκος θύμωσε ακόμα περισσότερο. «Εσείς δεν ξέρετε τι τραβάω! Εγώ έχω ζωή!»
«Κι εγώ; Εγώ δεν έχω ζωή;» του φώναξα κλαίγοντας. «Δουλεύω part-time στο φαρμακείο για να μπορώ να είμαι εδώ! Δεν βγήκα ποτέ για καφέ χωρίς να σκέφτομαι αν η μαμά θα είναι καλά!»
Η ρήξη ήταν οριστική. Ο Νίκος σταμάτησε να έρχεται. Μόνο ένα μήνυμα έστειλε: «Όταν τελειώσει όλο αυτό, ενημέρωσέ με». Η μάνα μας χειροτέρευε μέρα με τη μέρα. Υπήρχαν στιγμές που με κοιτούσε και δεν ήξερε ποια είμαι.
Ένα βράδυ, καθώς της άλλαζα τις πάνες και της ψιθύριζα τραγούδια από τα παιδικά μας χρόνια, ένιωσα ένα κύμα αγάπης και πίκρας μαζί. Γιατί εγώ; Γιατί όλα σε μένα; Γιατί ο αδερφός μου διάλεξε τον εύκολο δρόμο;
Οι γείτονες έλεγαν: «Μπράβο σου, Ελένη». Μα εγώ ένιωθα μόνη και θυμωμένη. Τα οικονομικά ζόριζαν – το σπίτι ήθελε επισκευές, οι λογαριασμοί έτρεχαν. Σκέφτηκα πολλές φορές να τα παρατήσω κι εγώ. Αλλά κάθε φορά που έβλεπα τη μάνα μου να χαμογελάει όταν της έδινα το τσάι της ή όταν θυμόταν για λίγο το όνομά μου, ήξερα πως δεν μπορούσα.
Πέρασαν δύο χρόνια έτσι. Ο Νίκος δεν εμφανίστηκε ούτε στην κηδεία της μαμάς. Μόνο ένα στεφάνι έστειλε: «Στη μητέρα μας». Ούτε ένα τηλέφωνο σε μένα.
Τώρα ζω ακόμα στο παλιό σπίτι. Μερικές φορές σκέφτομαι τον αδερφό μου – πού είναι άραγε; Αν έχει τύψεις; Αν καταλαβαίνει τι έχασε; Οι φίλοι λένε να τον συγχωρέσω, πως το αίμα νερό δεν γίνεται.
Αλλά πώς συγχωρείς κάποιον που πρόδωσε τη μάνα σας; Πώς συνεχίζεις όταν ξέρεις ότι εσύ κράτησες όλο το βάρος κι εκείνος διάλεξε την εύκολη λύση;
Αν ήσασταν στη θέση μου… θα τον συγχωρούσατε ποτέ; Ή μήπως υπάρχουν πράγματα που δεν ξεχνιούνται όσο κι αν περνάει ο καιρός;